Αρχική > Απόψεις και Παρεμβάσεις > Συνέντευξη του καθηγητού Κ. Μπέη στο CRASH
Kώστας Μπέης : "Χρειαζόμαστε καινούργιο, τίμιο πολίτευμα.Μας ενέπαιξαν. Άργησα πολύ να μιλήσω. Mea Culpa»

Ένας εξαιρετικός χώρος που εμφανώς ανήκε σε διανοούμενο με υποδέχτηκε το πρωί της Μεγάλης Δευτέρας, όταν πήγα να συναντήσω τον καθηγητή Κώστα Μπέη στο σπίτι του, στο Λυκαβηττό.Ένα ευρύχωρο, διαμπερές διαμέρισμα που βλέπει από τη μία μεριά στις υπώρειες του αθηναικού λόφου και από την άλλη σ΄ ολόκληρη τη Δυτική Αττική, γεμάτος…βιβλία. Προσεκτικά τακτοποιημένα σε τεράστιες βιβλιοθήκες, με μεγάλα τραπέζια εργασίας και ένα προσωπικό γραφείο στο οποίο «δέσποζε» - ελαφρώς …παράταιρο σε σχέση με τον υπόλοιπο χώρο, ένα laptop. Ανοιχτό. Μ ένα αρχινισμένο κείμενο. Σκέφτηκα: « Ο ιδανικός χώρος για μια συνέντευξη μ έναν άνθρωπο κύρους, 78 ετών, με λαμπρό ακαδημαικό παρελθόν, του οποίου ο σχεδόν «επαναστατικός» λόγος των τελευταίων εβδομάδων έδειχνε να …ανακατεύει την «τράπουλα» της σημερινής μας διπρόσωπης πραγματικότητας.

Ο καθηγητής Μπέης αμφισβητεί πλέον τα πάντα. Το κύρος , οι γνώσεις, η επιστημοσύνη και η εμπειρία του στηρίζουν αυτές τις αμφισβητήσεις και του εξασφαλίζουν και την ελευθερία και το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να μιλά .

Κι απ΄ τον ίδιο, βγαίνει μια βαθιά πίκρα : «Λυπάμαι που άργησα τόσο πολύ να μιλήσω», λέει με περίσκεψη που αγγίζει τα όρια της ακραίας αυτοκριτικής.

Μια φράση που έμεινε στη μνήμη από τα πολλά που άκουσα και διάβασα για την δριμύτατη κριτική που άσκησε ο κ. Μπέης στην κυβέρνηση ( σ΄όλες εδώ που τα λέμε τις κυβερνήσεις των τελευταίων 20 ετών) για την άθλια σημερινή οικονομική και πολιτική κατάσταση μου έδωσε το ερέθισμα να επιδιώξω τη συνάντηση και τη συζήτηση μαζί του. Είχε πει λοιπόν ότι «Πολύ αργήσαμε να ξυπνήσουμε και να μιλήσουμε . Καθυστερήσαμε πολύ να πούμε αυτά τα οποία λέμε σήμερα». Φράσεις που ερμηνεύονται με πολλούς τρόπους. Και του ζητώ την…εξομολόγηση.

Η συνάντηση του ’93 με τον Ανδρέα Παπανδρέου

«Ξεχείλισε πια το ποτήρι» μου λέει σκυθρωπός. « Επειδή με την πρώτη ματιά, φαίνεται αναξιόπιστη αυτή η παρατήρηση, θα σας πω ότι το 1993 με είχε καλέσει ο Ανδρέας Παπανδρέου, δυο μέρες μετά την τελευταία ορκωμοσία του ως πρωθυπουργού . Τον είχα συγχαρεί. Συζητήσαμε. Είμασταν οι δυο μας. Και σε κάποια στιγμή του είπα « καλά όλα όσα λέμε αλλά χθες ο κύριος Μητσοτάκης, σε δηλώσεις του, είπε ότι φοβάται το μεγάλο χρέος». Και ο Ανδρέας που απάντησε ότι δεν είναι κακό να έχει μια χώρα και Δημόσιο Χρέος δεδομένου ότι και η Αμερική έχει πολύ μεγαλύτερο από εμάς. «Αφελής» εγώ, διότι είχα παρακολουθήσει μαθήματα Θεωρητικής Οικονομικής και Δημόσιας Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο, στα πρώτα δυο έτη αλλά αυτά ήταν… κολυβογράμματα. Ποτέ δεν καυχήθηκα ότι έχω εποπτεία στα Οικονομικά. Και του είπα ότι εκείνος ήταν διαπρεπής οικονομολόγος, συνεπώς ήμουν υποχρεωμένος να αρκεστώ στη δήλωσή του ότι δεν πειράζει. Το ’93 όμως, η Ελλάδα ήταν ήδη 4 χρόνια σε αδυναμία να πληρώσει μισθούς και συντάξεις δίχως Δημόσιο Διεθνή Δανεισμό. Τουλάχιστον όπως αποκαλύφθηκε, από το ’89, με την κυβέρνηση Ζολώτα των τριών κομμάτων, δεν είμασταν σε θέση να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις παρά μόνο με δανεικά. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το ’93, όταν έκανα την ευγενική εκείνην και συνεσταλμένη παρατήρηση στον Ανδρέα, μου είπε ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα. Πώς λοιπόν να μην αγανακτώ όταν διαπιστώνω ότι με ενέπαιξε τότε; Πώς να μην αγανακτώ όταν με όλη μου την καρδιά στήριζα την προσπάθεια Σημίτη και έλεγα ότι αγωνιζόμαστε για να βγούμε επιτέλους στην Ευρώπη και να γίνει η Ελλάδα ευρωπαική χώρα και τώρα βλέπω τα «καμώματα» του Μαντέλη και άλλων…να μη λέω ονόματα.»

Μέσα σε δυο λεπτά, ο σεβαστός, γλυκομίλητος, ευγενής καθηγητής, πραγματικός άρχοντας μέσα στο σπίτι – γραφείο που θυμίζει εργαστήριο Πανεπιστημιακό, είχε μεταβληθεί σε ένα θυμωμένο Έλληνα που διαπιστώνει ότι τον ενέπαιξαν, τον κορόιδεψαν, του είπαν ψέματα άνθρωποι τους οποίους πίστεψε και υπηρέτησε;

« Πώς λοιπόν να μην αγανακτήσω; Πώς να μην πω ότι αργήσαμε να ξυπνήσουμε;»

Σταματά και «παίζει» με τα χέρια του. Μου προσφέρει ελληνικό καφέ, μου επιτρέπει να καπνίσω, μου διηγείται ότι κι οι ίδιος ήταν βαρύς καπνιστής που από…σύμπτωση το «έκοψε»…

Mea culpa. Άργησα να δω την πραγματικότητα κατάματα»

Συνεχίζω από εκεί που σταματήσαμε. Γιατί έτσι, όπως περιέγραφε, φτάσαμε σε μια στιγμή που δημιουργήθηκε μια έκρηξη, όχι μόνο σ΄ εκείνον και άλλους καθηγητές αλλά και σε άλλους διαπρεπείς ανθρώπους, εκτός του απλού, αγανακτισμένου πολίτη. Ο οποίος ακούει και βλέπει πολλούς διαπρεπείς ανθρώπους που εξετάζουν την πολιτική μας ιστορία, την οικονομία μας, το Σύνταγμά μας, τις προοπτικές της χώρας και του λαού μας, να έχουν καταλήξει στα ίδια συμπεράσματα. Και αναρωτιέται μήπως όλα αυτά τα τελευταία χρόνια εξελισσόταν σκοπίμως όλη αυτή η κατάσταση.

Συνοφρυώνεται και πάλι.

«Τι να σας πω…εάν το ερώτημά σας ενέχει μομφή εναντίον μας ότι δεν ανοίξαμε νωρίτερα το στόμα μας, σας διαβεβαιώνω όσον αφορά τον εαυτό μου ότι…meaculpa.Άργησα να δω την πραγματικότητα κατάματα»

Σωστός ο καθηγητής. Ωστόσο προηγούνταν οι άνθρωποι οι οποίοι κυβερνούσαν αυτή τη χώρα.

«Αποδείχθηκαν κατώτεροι της εμπιστοσύνης του ελληνικού λαού.»

Ακούγεται κάθετος. Και αποφασισμένος να πάει κόντρα ως το τέλος.

« Τι να κάνουμε δηλαδή; Να πάμε να τους χαιδέψουμε; Είναι ψέματα ότι στις εκλογές του 2009, ο τότε πρωθυπουργός καλούσε τον κόσμο να ψηφίσει το κόμμα του για …ακόμα καλύτερες μέρες; Το ακούω ακόμη στ αυτιά μου εκείνο το σύνθημα. Ο δε άλλος έλεγε ότι θα μετατρέψει την Ελλάδα σε…Δανία του Νότου; Έτσι δεν έλεγε; Δεν ήξεραν; Βεβαίως ήξεραν. Μας ενέπαιζαν».

Ο Κώστας Μπέης δεν είναι συνταγματολόγος. Αλλά δεν διστάζει να χαρακτηρίσει ΚΑΙ συνταγματικό το πρόβλημα της Ελλάδος.

« Στη δική μου αντίληψη, από ‘κει πρέπει να ξεκινήσουμε. Χρειαζόμαστε καινούργιο Σύνταγμα, καινούργιο πολίτευμα, τίμιο πολίτευμα που να μην εμπαίζει τον κόσμο, που να μην είναι όλο παγίδες, που ο καθένας να έχει τις ευθύνες του».

Δηλαδή το πολιτικό σύστημα μας ενέπαιξε;

«Βέβαια. Είναι ψεύτικο. Λυπάμαι που δεν το είχα συνειδητοποιήσει νωρίτερα» .

Στο τέλος της συνέντευξης θα του το ξαναθυμίσω και θα ζητήσω περισσότερες λεπτομέρειες.

«Το Σύνταγμα το λέει ξεκάθαρα»

Η συζήτηση επεκτείνεται πλέον στο Μνημόνιο και το Σύνταγμα, την αντισυνταγματικότητα των ενεργειών και αποφάσεων και φτάνει ως τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

« Να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα. Έχουμε το οικονομικό πρόβλημα για το οποίο «σηκώνω τα χέρια» γιατί δεν είμαι οικονομολόγος. Έχουμε και τα μέτρα για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος. Αφού τα μέτρα για την αντιμετώπιση του προβλήματος συμφωνούνται με διεθνείς οργανισμούς, σύμφωνα με το Σύνταγμα δεν μπορούν να αποφασιστούν από την κυβέρνηση με απλή πλειοψηφία. Το Σύνταγμα είναι ξεκάθαρο. Τα λέει ξεκάθαρα . Όταν αναλαμβάνονται δεσμεύσεις, συμφωνίες με Διεθνείς Οργανισμούς, για να κυρωθούν και να ισχύσουν χρειάζεται πλειοψηφία των 3/5. Έχω κατανόηση ότι χρωστάμε και οφείλουμε να πληρώσουμε εάν θέλουμε να μείνουμε μέσα στην Ευρωπαική Ένωση. Αν θέλουμε να «χτυπήσουμε κανόνι», τότε θα πρέπει να έχουμε υπ΄ όψη μας ότι θα μας πάρει μια κατρακύλα έξω από την Ευρωπαική Ένωση και όσοι έχουν γνώσεις γι αυτά, ας ανοίξουν το στόμα τους να μιλήσουν. Εγώ δεν μπορώ να μιλήσω για τις επιπτώσεις. Δεν έχω γνώσεις. Τρέμω όμως στη σκέψη να μας πετάξουνε από την Ε.Ε. διότι η χώρα είναι κάτω από διεθνείς πιέσεις…ολοφάνερες…γνωστές και δε χρειάζεται να τις μνημονεύσω τώρα. Γύρω γύρω έχουμε εχθρούς.»

Τον ρωτώ αν κατά τη γνώμη του αποκλείεται να εμφανιστεί κάποιος και να του πει « τώρα τι θες και τα λες αυτά τα πράγματα αφού αν ισχύσει αυτό που λες, θα καταστραφούμε. Και θα φταίς εσύ που μίλησες». Του στρέφω την προσοχή ότι οι πραγματικοί ένοχοι, μεταθέτοντας τις ευθύνες στην πλάτη του, θα τον κατηγορήσουν εκείνον επειδή μίλησε.

«Α όχι…όχι…με συγχωρείτε…η πρώτη ευθύνη είναι η ειλικρίνεια. Όχι άλλα να σκεφτόμαστε και άλλα να λέμε. Εάν δεν είμαστε ειλικρινείς, τότε είμαστε άξιοι της μοίρας μας. Είναι λοιπόν από τη μια μεριά το οικονομικό πρόβλημα αυτό καθαυτό όπου σηκώνω τα χέρια και διαβάζω κάθε μέρα αυτά που λένε αυτοί που υποτίθεται ότι ξέρουν καλύτερα. Είναι όμως, από την άλλη πλευρά και το πρόβλημα πως ό,τι κι αν αποφασίστηκε, αυτό θα πρέπει να ισχύσει με σεβασμό της συνταγματικής νομιμότητας. Αυτό δεν υπήρξε. Και ο καθένας, έχει τις ευθύνες του.»

Φαντάζεται άραγε ότι κοντά στο Γιώργο Παπανδρέου δεν υπάρχουν καλοί γνώστες του Συντάγματος που να του είπαν ότι η πορεία που επέλεξε είναι σα να περπατά πάνω σε «λεπτό πάγο» που κινδυνεύει κάθε στιγμή να σπάσει;

« Έχει συνταγματολόγους δίπλα του. Και ο Λοβέρδος και ο Βενιζέλος είναι διαπρεπείς συνταγματολόγοι. Εγώ θα τους πω; Αλλά φαίνεται ότι υπερεκτίμησαν τις δυνάμεις τους ότι μπορούν να το «περάσουν» από τη Βουλή με απλή πλειοψηφία χωρίς διαμαρτυρίες. Και πράγματι, δεν υπήρξε αντίδραση από τη Βουλή. Υπήρξε αντίδραση του τύπου «καταψηφίζουμε και σταματάμε εδώ». Για το ίδιο το πρόβλημα, ότι δεν είναι δυνατόν να δεσμευτεί η χώρα με την απλή πλειοψηφία, δεν συζητήθηκε τίποτε στη Βουλή. Διότι δεν τους συνέφερε αυτούς οι οποίοι καταψήφισαν. Και εν πάση περιπτώσει, όταν είναι κάποιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, έχει κάποιες ευθύνες. Σε τέτοιες κρίσιμες περιστάσεις, να φωνάξει μερικούς ανθρώπους – δε λέω να φωνάξει εμένα, να φωνάξει τους ανθρώπους της εμπιστοσύνης του- και να πει : Μπορώ να βάλω την υπογραφή μου εδώ; Ή θα εκτεθώ; Το έχουμε καταγγείλει πάνω από μια- δυο εβδομάδες αυτό το θέμα, και ο Κασσιμάτης και οι άλλοι συνταγματολόγοι και εγώ και δεν υπήρξε μία ανακοίνωση από την Προεδρία της Δημοκρατίας που να μας λέει « κύριοι…γι αυτούς και γι αυτούς τους λόγους κάνετε λάθος». Και να πάμε να τους πούμε «συγγνώμη, έχετε δίκιο, ανακαλούμε, ζητούμε συγγνώμη από τον Ελληνικό Λαό. Ακόμη δεν έχω ακούσει τίποτα. Κάποιον αντίλογο. Κάποια προσπάθεια να με αποστομώσει». Λυπάμαι. Θα ήμουν ευτυχής να μου πούνε ότι έκανα λάθος και θα το παραδεχόμουν καταντροπιασμένος. Αλλά δεν είμαι μόνο εγώ. Είμαστε πολλοί. Και συνταγματολόγοι κύρους. Ο Κασσιμάτης…ο Κατρούγκαλος…ο Χρυσόγονος…»

Το σκέπτομαι και το ξανασκέπτομαι και τελικά τολμάω να τον ρωτήσω αν φαντάζεται ότι επίτηδες το αφήνουν να…ξεθωριάσει.

Άστους να φωνάζουν. Θα βαρεθούν, θα ησυχάσουν.

«Δεν μπορώ να ξέρω τις σκέψεις τους. Στην πολιτική, υπάρχει και αυτή η εκδοχή : Άστους, θα φωνάξουν, θα φωνάξουν, θα βαρεθούν, θα ησυχάσουν. Εγώ δεν μπορώ να κάνω τον παλληκαρά. Το λέμε μια, το λέμε δυο, θα το πούμε τρεις…είμαστε όμως αποφασισμένοι από το Σεπτέμβρη να περιοδεύσουμε στις Πανεπιστημιουπόλεις και μετά πόλη προς πόλη όχι για να παραστήσουμε τους «παράγοντες» αλλά για να ενημερώσουμε και να ευαισθητοποιήσουμε τον κόσμο γι αυτά που συμβαίνουν, να πιάσουμε το σφυγμό του κόσμου, να τους εξηγήσουμε.»

Δεδομένου όμως ότι αυτή η μέθοδος δημιουργεί και «πυρήνες»…

Με διακόπτει απότομα. «Κοιτάξτε, πολιτικές φιλοδοξίες κανείς μας δεν έχει. Απολύτως κανείς. Να είστε βέβαιος. Εγώ είμαι 78 χρονών. Να πάω να κάνω τι; Δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά. Ομολογώ ότι τα έχω ξεπεράσει αυτά. Τα δικά μου τα ενδιαφέροντα είναι αλλού. Εγώ ξυπνάω στις 4 και μελετάω τον Ευριπίδη…»

Επανέρχομαι λίγο πριν τελειώσουμε: «Η δική σας άποψη είναι ότι θα έπρεπε σίγουρα να έχει υπάρξει αυξημένη πλειοψηφία»

Είναι η πρώτη φορά που τον βλέπω να χαμογελάει.

« Ε βέβαια. Είναι αυτονόητο. Το λέει το Σύνταγμα. Με τα 3/5 του συνόλου των βουλευτών. Άρθρο 28, παράγραφος 2. Δε χρειάζεται ερμηνεία. Ανάγνωση απλή χρειάζεται. Είναι ευκρινές και για τον μη νομικό. Θέλετε να σας το φέρω να το διαβάσετε;»

Μου τα λέει τόσο απλά, τα θεωρεί τόσο αυτονόητα…

Έτσι όπως διάβασα όσα είχε πει τις προηγούμενες ημέρες, σε ομιλίες και παρουσιάσεις του και όσα είπε και σ΄εμένα, αναρωτιέμαι μήπως θάπρεπε να φύγει από το δικό μου ηλικιακό κύκλο και να πάει, μαζί με τους «συστρατευμένους» συναδέλφους του στη «νέα γενιά» και να τους εξηγήσει τι παραλαμβάνουν, τι τους κληροδοτούμε και πώς θα το χειριστούν.

Συνοφρυώνεται και πάλι.

«Σωστή παρατήρηση. Δεν ξέρω αν είδατε εικόνες από την ομιλία μας, απ΄ αυτή τη συγκέντρωση στο Πανεπιστήμιο. Ουδέποτε είχε γεμίσει έτσι όπως γέμισε μ εμάς η μεγάλη αίθουσα του Πανεπιστημίου. Όμως ο κόσμος που ήταν μέσα, ήταν μέση και άνω ηλικία. Δεν υπήρχε κόσμος μέσης και κάτω ηλικίας. Δεν είδα φοιτητές μέσα. Δεν είδα νέους συναδέλφους, παλιούς μαθητές μου. Από τη Νομική Σχολή, που το κτίριο είναι δυο βήματα, δεν είδα ούτε ένα συνάδελφο να έρθει να παρακολουθήσει…ν ακούσει τι είχαν να πουν οι παλιοί συνάδελφοι. Φοβάμαι ότι αυτό ήταν ανησυχητικό. Με βάζει στον πειρασμό να πω ότι το δέλεαρ από τις λεγόμενες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις – άλλοι λένε ότι είναι 16 χιλιάδες, άλλοι λένε για 26 χιλιάδες, κανείς δεν ξέρει , κανείς δε λέει- είναι μεγάλο. Χρηματοδοτούνται και χρηματοδοτούν ξέρετε τα στελέχη τους. Δηλαδή αν αυτό το σύστημα είχε έρθει απ΄ έξω, θα έπρεπε να το έχουν σκεφτεί ΠΟΛΥ έξυπνα. Πως θάχουμε τον έλεγχο χωρίς τη διαμαρτυρία της διανόησης. Τώρα ποιο κομμάτι της διανόησης διαμαρτύρεται; Εμείς…των 78 και των 80 χρονών. Και οι άλλοι; Οι Μ.Κ.Ο. με τον άφθονο παρά και η ιδέα του « να μην τα χαλάσουμε με την κυβέρνηση»

«Όποια κινήματα έγιναν σε τούτο τον τόπο, έγιναν από τη διανόηση»

Έχει φύγει πια από τα νομικά. Κι έχει μπει σε βαθύτατο κοινωνικό ζήτημα. Του το λέω.

«Μα δεν είναι μεγάλο; Εάν η διανόηση έχει αλωθεί, τότε τι μένει; Όποια κινήματα έγιναν σε τούτο τον τόπο, έγιναν από τη διανόηση»

Μα μήπως αυτή η προσπάθεια –αν γίνεται- για απαξίωση της διανόησης δημιουργεί απάθεια;

«Α…βέβαια. Και την καλωσορίζουνε πολλοί. Και λένε ότι «καλύτερα η απάθεια παρά τα γεγονότα στους δρόμους. Φοβάμαι ότι υπάρχει μεθοδευμένη…»

Διστάζει. Και θέλει να το πει και δεν θέλει. Το…ψάχνει. Και το λέει όσο πιο «ευγενικά» μπορεί.

«…αντιμετώπιση σοβαρών προβλημάτων που μας έχουν καθηλώσει Και το να καθηλώσουν εμένα…εντάξει. Το να καθηλώσουν όμως τα παιδιά…αυτό είναι πολύ μεγάλο κακό. Ή θα φύγουν, θα πάνε στο εξωτερικό, όπως άρχισαν να κάνουν ή θα μείνουν και θα γίνουν απαθείς παρακολουθητές, μέρος του συστήματος».

Του αναφέρω την ιδέα της «Διεθνούς Παγκόσμιας Διακυβέρνησης» και τον ρωτώ αν αναφέρεται και σ’ αυτό.

«Φοβάμαι ναι.»

Τρόπος διεξόδου;

«Ν ανοίγουμε το στόμα μας. Να σκεφτόμαστε αυτά που βλέπουμε, αυτά που ακούμε και να ανοίγουμε το στόμα μας. Όχι απερίσκεπτα. Αλλά αφού πρώτα τα καλοζυγίσουμε»

Κάνουμε μια σύντομη συζήτηση περί χρησιμοποίησης των ΜΜΕ για να «περαστούν» μαζικά μηνύματα, μου λέει γελώντας ότι ο ίδιος δεν είναι ούτε κατά διάνοια «σταρ» και καταλήγουμε σε μια διήγηση, πάλι σύντομη, σε σχέση με ένα «επεισόδιο με τον αείμνηστο Γιάννη Αλευρά.

«Αυτός είναι ο Έλληνας»

«Σε μια μεγάλη συγκέντρωση του ΠΑΣΟΚ, στο Ειρήνης και Φιλίας, εποχή Ανδρέα – Δήμητρας αλλά προ του γάμου, πήγε ο Αλευράς στο Στάδιο, 5 λεπτά πριν από τον Παπανδρέου, έτρεξαν πολλοί, να τον χαιρετίσουν, με αγάπη και αρκετοί του …έριχναν σπόντες για τη συμπεριφορά του Ανδρέα : Κύριε πρόεδρε, εσείς είστε φίλος του…σας ακούει…συμμαζέψτε τον…μας εκθέτει…ντρεπόμαστε…δεν ξέρουμε τι να πούμε στον κόσμο. Λίγα λεπτά αργότερα, πήγε ο Ανδρέας και η Δήμητρα. Και οι ίδιοι αυτοί που ζητούσαν από τον Αλευρά να τον…συμμαζέψει, αποθέωσαν έξαλλοι το ζεύγος με εκδηλώσεις λατρείας. Ο Αλευράς έσκυψε και μου είπε στ΄ αυτί: Αυτός είναι ο Έλληνας»

«Φταίμε όμως κι εμείς» του είπα.

«Φυσικά. Και πρώτος απ΄ όλους εγώ. Φταίω γιατί δεν άνοιξα νωρίτερα το στόμα μου. Αυτό που λέω τώρα, έπρεπε να το λέω από τότε.»

Ο Κώστας Μπέης φρόντισε να αποδομήσει από τις πρώτες του φράσεις όλο το υπάρχον πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα. Αλλά το …καλύτερο που άρχισε να μου λέει στην αρχή, το άφησα για το τέλος. Διαβάζοντας τις ομιλίες και δηλώσεις του τον Απρίλιο του 2011, πρόσεξα ότι μίλησε όχι για τα λάθη του παρελθόντος, για τις κακές κυβερνήσεις, για τα λάθη, τα ψέματα, τις ευθύνες. Μίλησε κυρίως για «αλλαγή Συντάγματος». Κι όχι μόνο γι αυτό. Μίλησε και για «Αλλαγή Πολιτεύματος».

«Ναι. Ριζική αλλαγή πολιτεύματος. Όλοι οι συνάδελφοί μου συμφωνούν: Νέο Σύνταγμα. Και Προεδρική Δημοκρατία. Με πρόεδρο να εκλέγεται από το λαό. Με αρμοδιότητες και ευθύνες. Που θα έχει δίπλα του εξ αρχής συνεκλεγόμενο και ένα Συμβούλιο. Μ αυτό θα κυβερνά.»

Μεγάλη κουβέντα είπατε κύριε καθηγητά μου. Και μεγάλη κουβέντα ανοίξατε. Για να δούμε: Θα προσπαθήσει κανείς να την «κλείσει»;

Ποιος είναι ο Κώστας Μπέης

Ο ομότιμος καθηγητής της Πολιτικής Δικονομίας Κώστας Μπέης, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 1933, γιός του εισαγγελέα Ευάγγελου Μπέη. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, του οποίου έγινε και διδάκτωρ το 1966, και πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Μόναχο. Το 1969 εξελέγη ομοφώνως υφηγητής στην έδρα της πολιτικής δικονομίας στη Νομική Σχολή Αθηνών, το 1976 έκτακτος καθηγητής και το 1982 τακτικός καθηγητής. Αποχώρησε από το πανεπιστήμιο το 2000, οπότε και έλαβε τον τίτλο του Ομότιμου Καθηγητή. Το 1996 αναγορεύθηκε αριστούχος διδάκτορας της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 2010 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Είναι ιδρυτής του Ερευνητικού Ινστιτούτου Δικονομικών Μελετών, στο οποίο υπήρξε διευθυντής την περίοδο 1984 - 1990, ιδρυτής της μηνιαίας επιθεώρησης Δικονομικού δικαίου "Δίκη", επίτιμος πρόεδρος του Ινστιτούτου Συγκριτικού Δικαίου στο Τόκυο καθώς και ιδρυτής του Κέντρου Δικανικών Μελετών. Το 2005 χειροτονήθηκε ιερέας από τον μητροπολίτης Πρεβέζης Μελέτιο.

Στην κυβέρνηση Σημίτη (1996) χρημάτισε υπηρεσιακός υπουργός δημοσίας τάξεως. Έχει διατελέσει πρόεδρος της ΕΡΤ, γενικός γραμματέας του υπουργείου παιδείας, γενικός γραμματέας της προεδρίας της Δημοκρατίας, γενικός γραμματέας της Βουλής καθώς και μέλος πολλών νομοπαρασκευαστικών επιτροπών. Έχει τιμηθεί με το βραβείο "Ιπεκτσί". Έχει πλούσιο συγγραφικό έργο, νομικού, φιλοσοφικού και θρησκευτικού περιεχομένου και αρθρογραφεί τακτικά σε εφημερίδες και περιοδικά . Κατοικεί στην Αθήνα. Είναι παντρεμένος με την Μαρία Irmgard Liermann, συμβολαιογράφο, και έχει τέσσερα παιδιά.

Τον Ιανουάριο του 2008, όσοι πήραν στα χέρια τους το περιοδικό "Συνήγορος" απόλαυσαν μια συνέντευξη - βόμβα του κ. Μπέη. Με την γνωστή παρρησία του, έχοντας περάσει από όλες τις βαθμίδες της πολιτικής ζωής, μίλησε άφοβα για αμαρτίες και αρετές γνωστών πολιτικών προσώπων, προδομένες ελπίδες και χαμένες ευκαιρίες, τον πόλεμο ορισμένων συναδέλφων του καθηγητών εναντίον του, στηλίτευσε την κατάσταση στην απονομή της ελληνικής Δικαιοσύνης και μίλησε με έκδηλο πόνο και πίκρα για το κατάντημα αυτής εδώ της Χώρας:

«Δεν είμαι απομακρυσμένος. Απλώς είμαι προβληματισμένος και απογοητευμένος. Δεν βλέπω ότι μπορεί να γίνει τίποτα. Είμαι τελείως αποκαρδιωμένος. Δυστυχώς, αυτή είναι η Ελλάδα: χωρίς ηθικές αρχές μόνο με παχιά λόγια, μεγαλοστομίες κούφιες και διαφθορά εκτεταμένη από την κορυφή μέχρι τον έσχατο "

Τρία χρόνια μετά, ο κ. Μπέης αποφάσισε «να μιλήσει» για όσα δεν είχε μιλήσει τόσα χρόνια, για όλα όσα τον αποκαρδίωναν, τον πονούσαν, τον πρόσβαλλαν. Και μίλησε λίγες φορές αλλά με τρομερή θέρμη, προκαλώντας αρχικά έκπληξη σε όσους ήξεραν τον ήπιο και μειλίχιο χαρακτήρα του αλλά και τη σχέση του με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Οι βασικές «γραμμές» των δηλώσεών του ήταν η καταστρατήγηση του Συντάγματος στη ψήφιση του μνημονίου , το ότι η κυβέρνηση δεν εμφάνισε το μνημόνιο ως κύρωση διεθνούς σύμβασης, αλλά ως σχέδιο νόμου, για να μην χρειαστεί πλειοψηφία των τριών πέμπτων της Βουλής, ο χαρακτηρισμός του Μνημονίου ως «εξευτελιστικής σύμβασης» και η θέση ότι «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έπρεπε να αναπέμψει αυτό το νόμο. Να ξεκαθαρίσει ότι χρειάζεται κύρωση διεθνούς συμφωνίας. Να καλέσει τους αρχηγούς των κομμάτων και να τους θέσει ενώπιον των ευθυνών τους».

Ο κ. Μπέης πρότεινε να μειωθούν οι βουλευτές σε 100 και παράλληλα να μην γίνονται υπουργοί, αλλά να υπάρχουν ξεχωριστές εκλογές για την κυβέρνηση. Πρόσθεσε επίσης ότι «η οικογενειοκρατία που επικρατεί στην ελληνική πολιτική σκηνή, θυμίζει την εποχή των βαρόνων» και σημείωσε ότι πρέπει να σπάσει αυτός ο στενός κύκλος. Ακόμη, υπογράμμισε ότι δεν τον φοβίζουν οι σημερινές καταστάσεις και επέκρινε τον τρόπο ζωής των Ελλήνων τα τελευταία χρόνια.

 
        
 
©2004-2019 Created and Powered by EXIS I.T. - Designed by ::ittech.gr::