Αρχική > Απόψεις και Παρεμβάσεις > Ζητείται θαύμα για την Ελλάδα -στο κεντρικό διαδικτυακό portal της Ομογένειας GreekAmericanNewsAgency.com
Έγραφα πριν από λίγους μήνες μεταξύ άλλων , με τίτλο «Τα καταφέραμε…γυρίσαμε την πλάτη μας στο μέλλον» στο μηνιαίο πολιτικό περιοδικό CRASH : Ανοίγω διάπλατα τη μπαλκονόπορτα , αφήνω τον απογοητευμένο αέρα της Πατησίων να μπει στο σπίτι, κάνω δυο βήματα προς τα έξω. Ψιλοβρέχει. Κοιτάζω κάτω το γερασμένο κι απογοητευμένο δρόμο και χαζεύω τα ταξί να συνωθούνται στη λωρίδα που υποτίθεται ότι απαγορεύεται , για ν αρπάξουν κάποιο «πελάτη». Σηκώνω τα μάτια και παίρνω μια «οσμή» απογοητευμένης Αθήνας, λίγο …μαραμένο Λυκαβηττό, μια ιδέα θέας, μια απογοητευμένη δόση ελπίδας για το μέλλον που του’ χουμε όλοι γυρίσει την πλάτη. Και μετά, βγαίνω στο δρόμο. Με υποδέχεται η κατήφεια της Άννας , της αισθητικού, στο περίπτερο που το δουλεύει εκείνη γιατί ο άντρας της ο Αντρέας, ο οικονομολόγος, έφυγε για το Λονδίνο να εργαστεί ως βοηθός chef σε Κυπρέικο εστιατόριο, να βγάλει λίγα λεφτά και να την καλέσει κι εκείνη.

Χαιρετάω τον απογοητευμένο Μιχάλη που έχει το μαγαζί με τις τσάντες και μονολογεί πίνοντας καφέ και καπνίζοντας έξω απ΄ το μαγαζί του , στο δρόμο, όχι γιατί δε θέλει να καπνίζει μέσα αλλά γιατί βαρέθηκε να κάθεται μόνος του αφού πελάτης δεν μπαίνει, ούτε για να κοιτάξει. Χαιρετάω τις καλοσυνάτες, απογοητευμένες κοπέλες που πουλάνε καφέδες και τυρόπιτες στο γωνιακό «Έβερεστ» και δουλεύουν 12 ώρες όρθιες για 700 ευρώ το μήνα.

Περνάω απέναντι. Γωνία Πατησίων και Αγίου Μελετίου. Το ιστορικό νεοκλασικό του «Μικρού Πολυτεχνείου» έχει γίνει ένα απογοητευμένο επώνυμο «στοκατζίδικο» στο οποίο δύσκολα μπαίνει πελάτης γιατί όλο το πεζοδρόμιο μπροστά του έχει καταληφθεί από κουρελούδες, πάνω στις οποίες εκτίθεται η πλαστή και παράνομη πραμάτεια που πουλάνε οι απογοητευμένοι Αφρικανοί λαθρομετανάστες.

Ανηφορίζω την απογοητευμένη Φωκίωνος Νέγρη, τον υποτιθέμενο πεζόδρομο που είναι γεμάτος μοτοσυκλέτες , μηχανάκια με ντελιβεράδες και κάποιους απογοητευμένους πεζούς, που προσπαθούν να περπατήσουν ανάμεσα στα σκουπίδια που έχουν μείνει «αμάζευτα», τα αδέσποτα και τους μαυριδερούς τύπους που προσπαθούν να πουλήσουν πορνοdvd και κλεψίτυπα cd , χαιρετάω κάποια γνωστά μου ηλικιωμένα ζευγάρια της γειτονιάς – κυρίως συνταξιούχους- που μπαίνουν γρήγορα-γρήγορα στο Flocafe για να προλάβουν την προσφορά ( μια τυρόπιττα δώρο με κάθε καφέ, πριν τις 12).

Το εσωτερικό των εμπορικών παραμένει απελπιστικά άδειο, μόνο και απογοητευμένο. Μετά παίρνω το αυτοκίνητο και περνάω μια βόλτα από την Πλατεία Αμερικής, την Πλατεία Βικτωρίας, τον Άγιο Παντελεήμονα, την Καραμανλάκη, την Πλατεία Αττικής, την Κολιάτσου, «πετιέμαι» στην Πλατεία Εξαρχείων, κατεβαίνω ως τη Λιοσίων, την Πλατεία Λαυρίου, τη Βερανζέρου, την Πλατεία Καραισκάκη, πάω στην Πειραιώς, «περνάω» στα Πετράλωνα, ανεβαίνω προς το Θησείο…

Μα δεν είναι δυνατόν να είναι αυτή η Αθήνα. Η Αθήνα «μου». Η Αθήνα «μας». Απίστευτο. Μια «πόλη διαμαντόπετρα στης γης το δαχτυλίδι» τόσο θλιμμένη, τόσο απογοητευμένη, τόσο απελπιστικά γερασμένη, τόσο «μόνη» μέσα στην κίνηση, μες « τις πολλές κινήσεις κι ομιλίες», μέσα στη βουή…μια βουή που κρύβει τόση και τέτοια σιωπή, τόση και τέτοια απογοήτευση και δυστυχία και πόνο και παρακμή.

Δεν με ανακουφίζει ούτε το τετράγωνο του Πολυτεχνείου, του Μουσείου, το τρίγωνο της Πλατείας Αιγύπτου στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Όλα τα ίδια. Όλα γεμάτα ανθρώπους και αυτοκίνητα και λεωφορεία και τρόλει και μηχανάκια και πεζούς και θόρυβο και φωνές και κορναρίσματα και υπαίθριο εμπόριο και ζωή σε κίνηση.

Βουβή ζωή. Πίσω απ΄ το θόρυβο, η σιωπή. Η απογοήτευση. Η κατάντια. Η επίφαση μιας μακιγιαρισμένης κατάθλιψης. Όπως και σ΄ όλη η Ελλάδα. Που τα δελτία ειδήσεων μου λένε ότι δεν έχει αύριο. Αρνούμαι.»

Όσο και να το αρνούμαι, η πραγματικότητα με διαψεύδει. Κάθομαι να διαβάσω εφημερίδα. Πέφτω επάνω σε …δημοσκοπήσεις. Ξέρω ότι το προιόν που παράγουν είναι πάντα «ύποπτο» . Κάτι παρόμοιο με τη «συνδιαλλαγή» πελάτη-καταστηματάρχη όταν ο πελάτης θέλει ένα ζευγάρι μαύρα , δετά, δερμάτινα παπούτσια νούμερο 43 και ο καταστηματάρχης πρέπει αυτό ακριβώς να του δώσει, έστω κι αν ύστερα από συζήτηση και «πρόβα», επέρχονται κάποιες διαφοροποιήσεις.Ωστόσο, το προιόν που θέλει να αγοράσει ο πελάτης πρέπει να είναι οπωσδήποτε παπούτσι, μαύρο, νούμερο 43. Όλα τ΄ άλλα…

Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων 2-3 ετών έχουν αποδείξει ότι όλες οι εταιρείες δημοσκοπήσεων μπορούν να «βγάλουν» όποιο αποτέλεσμα ενδιαφέρει τον πελάτη. Υπάρχουν τρόποι , χωρίς αυτό να περιλαμβάνει αναγκαστικά τη «νοθεία». Αλλά τηλεφωνικές συνεντεύξεις, «κάλπες» σε διάφορα σημεία και «συνεντεύξεις» είναι απόλυτα ελεγχόμενοι τρόποι «καταγραφής». Πόσα άτομα; 750; Μπορεί και 1000. Κι αν κάτι δεν μας «βγαίνει», μπορεί και 1500. Και περισσότερα, μέχρι του σημείου που αυτό που ζητεί ο πελάτης, επιτευχθεί. Άνδρες; Γυναίκες; Σε ποσοστά 50-50, 60-40, 45-55; Σε ηλικίες 21-45; 30-55; 35-60; Στα Πατήσια; Στο Παγκράτι; Στη Γλυφάδα; Στην Ομόνοια; Στην Κηφισιά; Στη Νέα Ιωνία; Λίγες ρωτήσεις; Πολλές ερωτήσεις; Όλα τα κόμματα; Τα μισά; Τα δυο «μεγάλα»; Τα κόμματα εντός Βουλής; Διαλέγετε και παίρνετε.

Κάπως έτσι «ενημερώνεται» ο ..πελάτης. Ο πολίτης. Ο δημότης. Ο ψηφοφόρος. Ο Έλληνας. Που η χώρα τού ανήκει πολύ περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, που τον κοροιδεύουν πολιτικοί, βουλευτές, υπουργοί, Δήμαρχοι, Νομάρχες, οικονομολόγοι, καθηγητές, αναλυτές, επιχειρηματίες, συνδικαλιστές, δικαστές, πρόεδροι, που του εξηγούν ότι «μαζί τα φάγαμε», ότι «έχουμε όλοι ευθύνες», ότι «η χώρα καταρρέει λόγω κακοδιαχείρισης» αλλά ότι τη ζημιά, θα πρέπει να την πληρώσει ΜΟΝΟΝ αυτός.

Ζούμε στο ατέλειωτο, απύθμενο χάος.

- «Όπου κοιτάζω να κοιτάζεις, όλη η Ελλάδα ατέλειωτη παράγκα, παράγκα του χειμώνα κι εσύ μιλάς σαν πτώμα. Ο λαός, στα πεζοδρόμια κουλούρια ζητάει και λαχεία, κοπάδια, στα υπουργεία, αιτήσεις για τη Γερμανία».

- «Στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει, στα καφενεία μπιλιάρδο, καλαμπούρι και χαρτί, στέκει στο περίπτερο διαβάζει, φυλλάδες με μιάμιση δραχμή».

- «Όχι, όχι αυτό δεν είναι τραγούδι, είναι η τρύπια στέγη μιας παράγκας, είναι η γόπα που μάζεψε ένας μάγκας κι ο χαφιές που μας ακολουθεί».

Αυτά τα έγραφε πριν από 30 τόσα χρόνια ο Διονύσης Σαββόπουλος , εικονογραφώντας την πορεία της κοινωνίας μας που από τότε είχε πάρει την «κατιούσα».

Η έννοια ή ιδέα της λέξης «παράγκα» στη νεοελληνική γλώσσα εμπεριέχει βέβαια την εικόνα της φτώχειας , της εξαθλίωσης , της οικονομικής ανέχειας αρχικά λόγω της πρόχειρης, ξύλινης κατασκευής που στέγαζε άπορους ή πρόσφυγες . Ωστόσο έφτασε να εννοεί και την κρυφή, μυστική διαβούλευση ολίγων εναντίον πολλών, τη συνωμοσία, το κρυφό «νιτερέσο», το …περίεργο «πάρε - δώσε», το «παραμάγαζο» λόγω της επέκτασης αυτής της έννοιας του «κλειστού , πρόχειρου σκηνικού» όπου λαμβάνονται εξωθεσμικές αποφάσεις και «στήνονται καταστάσεις». Στο σκοτάδι. Ποτέ στο φως. Κάτω απ΄ το τραπέζι.

Ανεξάρτητα του ποιες ή πόσες τέτοιες «παράγκες» στήθηκαν στην Ευρώπη ή στην Αμερική ή στην Αφρική με στόχο να χειραγωγηθούν λαοί, να δρομολογηθούν οικονομικές ή πολιτικέςκαταστάσεις, να διαγραφούν στρατηγικές, στη χώρα μας ήταν το ποδόσφαιρο, η πιο μεγάλη, η πιο σημαντική, η πιο οικονομική διασκέδαση του λαού μας, που ανέπτυξε στο έπακρον την ιδέα ότι «όλα είναι στημένα». Όχι μόνο στη χώρα μας. Και σε πολλές άλλες χώρες. Σε πολλές ηπείρους.

Ο Έλληνας χρειάζεται ωστόσο κάτι ΠΟΛΥ ισχυρότερο για ν αλλάξει τις συνήθειές του, όπως άλλωστε το απέδειξε από το 2007 και μετά και στην πολιτική. Τότε, έβλεπε, άκουγε, διάβαζε, καταλάβαινε, ήξερε στην ουσία ότι αρχικά το ΠΑΣΟΚ και στη συνέχεια η Νέα Δημοκρατία τον είχαν ξεγελάσει αλλά πήγαινε και ψήφιζε τους ίδιους που σήμερα θέλει – πολύ αργά πια- να ρίξει στην πυρά. Τους έριξε. Αλλά «φως» δεν είδε. Αντιγράφω λίγες γραμμές από ένα άρθρο της αγαπημένης μου μαθήτριας Μαρίας Δεναξά, σήμερα ανταποκρίτριας του MEGA Channel στο Παρίσι: «Περίεργη εποχή..Αίφνης, ανατράπηκαν ισορροπίες δεκαετιών, δεδομένα, καταστάσεις, σχέσεις, κεκτημένα..Σχεδόν τα πάντα… Κι εγώ; Παραμένω ανήμπορος θεατής και συνεπιβάτης, σ’ ένα ταξίδι που είναι αδύνατο να φανταστώ αν θα έχει happy end..Ζωές, τύχες, μέλλον, αξίες… γίνονται φτερά στον άνεμο με αδιανόητη ευκολία από δήθεν σωτήρες «εγχώριους και εισαγόμενους», που ελλείψει εναλλακτικής -ίσως και βολέματος-, άφησα ν’ αποφασίζουν για μένα χωρίς εμένα…Στους καιρούς της «χρεοκρατίας», αυτό που ζούμε, έχει για τον καθένα μας πολλές αιτίες και ερμηνείες. Έπαψα, όμως, να σκαλίζω τις ακαθαρσίες, γιατί όπως λένε «όσο πιο πολύ τις ανακατεύεις τόσο πιο πολύ βρωμάνε». Σιχάθηκα τη σαπίλα και την ανεπάρκεια του συστήματος, την αναίδεια, τους υποκριτές, τους ανέραστους, την παραπληροφόρηση, την επιθετικότητα, τον αρνητισμό, την αγένεια ως απάντηση στην ευγένεια, στην ταπεινότητα και στις ευαισθησίες. Overdose σε όλα αυτά που δηλητηριάζουν καθημερινά, φιλότιμο, προσπάθειες, ταλαιπωρημένες αλλά και αισιόδοξες υπάρξεις. Για το μεγάλο ξεπούλημα, τα ατιμώρητα μικρά και μεγάλα αρπαχτικά, για περικοπές και απολύσεις που έγιναν στραγάλια, για τον φευγάτο, τη Μέρκελ, τον Στρος Καν και για όλους εμάς».

Τι να σου πω βρε Μαρία; Τι να πω σ΄ όλες τις Μαρίες και τις Ελένες και τους Γιώργους και τους Τάσους και τις εκατοντάδες των παιδιών που «πέρασαν» απ΄ τα χέρια μου ως μαθητές, σπουδαστές, φοιτητές, εκπαιδευόμενοι, ειδικευόμενοι, μαθητευόμενοι επί είκοσι ολόκληρα χρόνια κι εγώ δεν ήξερα, δεν μπόρεσα, δεν πρόλαβα να τα προειδοποιήσω να τα προφυλάξω, να τα προιδεάσω…που να ξέρω κι εγώ σε τι επάγγελμα, σε τι χώρα, σε τι κόσμο τους «έβγαζα» ; Σ αυτό το επάγγελμα, σ΄ αυτή τη χώρα, σ αυτό τον κόσμο που «έβγαλα» και τα δυο δικά μου παιδιά;

Κι όμως. Έπρεπε να ξέρω. Έπρεπε να το είχα καταλάβει. Είχα χρέος να ξέρω περισσότερα. Μεγάλωσα παιδί χωρισμένων γονιών, μιας αριστερής, μέλους του ΕΛΑΣ και ενός συντηρητικού «καθωσπρέπει» αστού που με «προφύλαξαν» και δεν μ άφησαν να καταλάβω ούτε τι είχε γίνει τα χρόνια της Κατοχής, ούτε τα χρόνια που είχαν ακολουθήσει. Σε μια μεσοαστική περιοχή της Αθήνας , με νοικοκυραίους και γιαγιάδες σε αυλές και σε μπαλκόνια μεγάλωσα. Έπρεπε να είχα ρωτήσει. Να είχα ψάξει. Να είχα περισσότερη περιέργεια για τους χαρακτηρισμούς που έδιναν ο ένας στον άλλον, για τα «κρυφά λόγια», για τα «σσστ να μην ακούσει το παιδί», για τις περίεργες τρύπες που υπήρχαν στους τοίχους, για τα απαγορευμένα βιβλία και τα απαγορευμένα ποιήματα, για τις τόσες «απουσίες».

Δεν μου επέτρεψαν να γίνω πιο περίεργος. Να ψάξω τα καταχωνιασμένα βιβλία. Να μάθω από μικρός ότι έπρεπε να προσπαθώ να δω ΠΙΣΩ από τους τοίχους που είχαν χτιστεί τριγύρω μας, να μπαίνω στα υπόγεια που δεν με άφηναν, να ρωτάω τις ερωτήσεις που «δεν έπρεπε».

Κάτι περισσότερο θα είχα μάθει. Κι απ΄ τα βιβλία του Δημοτικού…και του Γυμνασίου…κι από τον Ιούλιο Βερν…κι απ’ τον Βίκτορ Ουγκώ… όλα αυτά έκρυβαν αλήθειες που ποτέ μου δεν έψαξα, που ποτέ μου δεν ανακάλυψα. Και στο Γυμνάσιο, τόσα βιβλία, τόσοι καθηγητές, τόσα σπίτια, τόσες οικογένειες…όλα γεμάτα μυστικοπάθεια, όλα γεμάτα αλήθειες που τις έμαθα τριάντα χρόνια αργότερα. Πολύ αργά.

Και στην Αμερική ένα χρόνο; Όπου θεώρησα ότι «ανακάλυψα» την Κόκα Κόλα και το χάμπουργκερ και το φυστικοβούτυρο και την τηλεόραση; Τίποτε άλλο δεν κατάφερα να ανακαλύψω. Ούτε για τη μάχη του Διαστήματος, ούτε για τις φυλετικές αγριότητες και το λυντσάρισμα, ούτε για τη δολοφονία του Κέννεντι που έγινε μπροστά στα μάτια μου, στη μαυρόασπρη τηλεόραση έμαθα κάτι ουσιώδες. Αλλά ούτε και τέσσερα – πέντε χρόνια στο Πανεπιστήμιο, ούτε 27 μήνες στο Στρατό, ούτε τα πρώτα χρόνια στη δουλειά…

Λυπάμαι, θλίβομαι και ντρέπομαι που δεν έμαθα , ούτε κατάλαβα τι συνέβαινε τριγύρω μου παρά το ότι το αγαπημένο μου μάθημα ήταν η Ιστορία. Άργησα κι εγώ πολύ να καταλάβω τι σήμαινε «προτεκτοράτο», τι σήμαινε « Προστάτιδες Δυνάμεις», τι σήμαινε «Σιδηρούν Παραπέτασμα», τι σήμαινε « Μυστικές Υπηρεσίες», τι σήμαινε «Μεγάλο Κεφάλαιο». Έμαθα τι σήμαινε «δικτατορία» γιατί την έζησα. Κι άρχισα να καταλαβαίνω. Αλλά ήταν πολύ αργά. Είχα πολύ δρόμο να αναπληρώσω. Έμεινα πίσω. Πίστεψα σε ανθρώπους, σε κουβέντες, σε σκέψεις, σε βιβλία, σε ιδέες και ένοιωσα ότι όλα αυτά, σιγά-σιγά με πρόδιδαν.

Και στα μέσα της δεκαετίας του ’80, όντας κομμάτι και γρανάζι του ίδιου του «συστήματος» που μας συνέθλιβε , πίστεψα ότι θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω αυτά που είχα πια μάθει, αυτά που είχα πια καταλάβει. Όρθιος, μέσ΄ τη μέση της Ερυθράς Πλατείας, στη Μόσχα, καλοκαίρι του 1985, ατενίζοντας το Κρεμλίνο, πέντε χρόνια μετά την πρώτη μου επίσκεψη, είδα στο βάθος μια απαστράπτουσα, φωσφορίζουσα πινακίδα: Mc Donalds.

Όλα αυτά που με είχαν μάθει, που με είχαν κάνει να μάθω, που με είχαν αφήσει να μάθω, κατέρρευσαν. Mc Donalds στην Ερυθρά Πλατεία; Ήταν αυτό «εξέλιξη»; Ήταν perestroika; Ήταν glasnost; Τι ήταν; Κι αφού είχε γίνει ΑΥΤΟ, τι άλλο θα ερχόταν;

Και ακολούθησαν πολλά. Αλλά δεν τα προλάβαινα πια. Τα αντιμετωπίζω όλα με αηδία. Και την προσπάθεια γελοιοποίησης της χώρας ΜΟΥ από υπαλλήλους- καραγκιοζάκια της «Νέας Τάξης» μπορώ να την πολεμήσω μόνο με αυτά που έχω : Την οικογένειά μου, τους φίλους μου, τα βιβλία μου, τον υπολογιστή μου, τις γνώσεις μου, την αγάπη μου και το αίμα μου.

ΑΥΤΟ θα κάνω.

ΑΥΤΟ να κάνουν και όλοι οι Έλληνες επί της Γης.

ΕΚΤΟΣ απ΄ αυτούς που έχουν στερηθεί της τιμητικής ιδιότητας του «Έλληνα» ή αυτούς που δεν την είχαν ποτέ. Αλλά μας το έκρυβαν.


 
        
 
©2004-2019 Created and Powered by EXIS I.T. - Designed by ::ittech.gr::