Αρχική > Απόψεις και Παρεμβάσεις > Περιοδικό CRASH: Περάστε κόσμε: Πουλάμε λίστες πάμπλουτων πελατών τραπεζών»

Τα ανώνυμα emails που έφτασαν σε εκατοντάδες, χιλιάδες ηλεκτρονικές διευθύνσεις στην Ευρώπη – και όχι μόνο- , είχαν ένα τουλάχιστον προκλητικό τίτλο που προδιέθετε τους αποδέκτες για κάτι μεγάλο: « Φοροδιαφυγή: Στη διάθεσή σας λίστα πελατών» Τα μηνύματα στάλθηκαν κάποια στιγμή μέσα στο 2008 σε Οικονομικά Υπουργεία, Αρχές Δίωξης της φοροδιαφυγής, στελέχη οικονομικών επιτελείων κυβερνήσεων, εφόρους, φοροτέχνες, οικονομικούς αναλυτές , ειδικευμένους αστυνομικούς σ΄όλη την Ευρώπη και άλλες χώρες του κόσμου και προκάλεσαν τεράστια αναστάτωση, αναταραχή αλλά και…ενδιαφέρον.

Τι ήταν αυτό; Ποιος το είχε στείλει; Τι ήταν αυτή η λίστα; Ποια ονόματα περιελάμβανε; Πως είχε αποκτηθεί; Και τι επιζητούσε;

Αν και ακόμη το απλώς να «ανοίξει» ένα τέτοιο email κάποιος κυβερνητικός αξιωματούχος και να το διαβάσει ενέχει το στοιχείο του αδικήματος λόγω της Ευρωπαικής φορολογικής νομοθεσίας , πόσο μάλλον να το «κυκλοφορήσει», να το «επεξεργαστεί» ή και να το «διαπραγματευθεί», εκατοντάδες άτομα σε καίριες θέσεις δεν…κρατήθηκαν.

Το μήνυμα περιείχε βασικά έναν τολμηρό ισχυρισμό : Ο αποστολέας ήταν σε θέση να προμηθεύσει τον επίσημο ενδιαφερόμενο κρατικό λειτουργό με μια τεράστια «λίστα πελατών» μιας ιδιωτικής τράπεζας με έδρα την Ελβετία αλλά και πρόσβαση στα πληροφοριακά της συστήματα!!!

Ένα είναι το βέβαιο : Η «Λίστα Φαλτσιάνι», που αργότερα μετονομάστηκε «Λίστα Λαγκάρντ», είχε γεννηθεί και βρισκόταν στα χέρια –μεταξύ άλλων- των Γερμανικών Μυστικών Υπηρεσιών, της Γαλλικής Αστυνομίας και του Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών. Μετά…

Και το «κουβάρι» άρχισε να ξεδιπλώνεται. Το πώς έγινε γνωστή η αρχή αυτής της τρομερής ιστορίας οφείλεται στο «δαιμόνιο» των δημοσιογράφων Νταβίντ Γκοτιέ-Βιλλάρ και Ντέμπορα Μπολ – ή και τις πληροφορίες που διέρρευσαν και έφτασαν ως τα χέρια τους -αλλά και το άρθρο τους που δημοσιεύτηκε στο φύλλο της 8ης Ιουλίου του 2010 της έγκυρης, μεγάλης διεθνούς οικονομικής εφημερίδας με ειδικότητα το Χρηματιστήριο, της «Γουόλ Στριτ Τζέρναλ» .

Το διαβόητο πλέον email είχε σταλεί από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές του Ερβέ Φαλτσιάνι και της Τζορτζίνα Μίκαελ, δυο υπαλλήλων της Τράπεζας HSBC όπως αποκάλυψαν οι δυο δημοσιογράφοι, βασιζόμενοι σε έρευνα που είχε γίνει. Από εκεί και πέρα, οι «ιστορίες» που είδαν το φως της δημοσιότητας ήταν δεκάδες. Ίσως και εκατοντάδες. Ας δούμε μερικές από τις εκδοχές που έτσι κι αλλιώς, περίπου στα ίδια συμπεράσματα καταλήγουν.

Ερβέ Φαλτσιάνι, ο άνθρωπος που έκλεψε τη λίστα από την Ελβετία

Ο Ερβέ Φαλτσιάνι είναι ο 40χρονος ιταλογαλλικής καταγωγής που υπέκλεψε χιλιάδες αρχεία με προσωπικά δεδομένα καταθετών της HSBC από πολλές χώρες του κόσμου. Όλοι αυτοί οι πελάτες είχαν ένα κοινό. Είχαν κρυφές καταθέσεις στην Ελβετία. Οταν οι Ελβετοί ζήτησαν από τις γαλλικές αρχές να τον συλλάβουν, οι Γάλλοι πήραν τη λίστα και άρχισαν να αναζητούν τους δικούς τους φοροφυγάδες!

Ο Ερβέ Φαλτσιάνι έγινε πρωτοσέλιδο σε πολλά έντυπα σε όλο τον κόσμο το 2010 όταν η τράπεζα HSBC τον κατηγόρησε ότι έκλεψε στοιχεία για 24.000 πελάτες της. Κρύφτηκε στη Νίκαια όπου τον βρήκε στις 20 Ιανουαρίου 2009 η γαλλική αστυνομία και κατέσχεσε τις ηλεκτρονικές λίστες και τις πληροφορίες που κρατούσε στον υπολογιστή του.

Όπως αναφέρει η εφημερίδα Le Monde, σε ρεπορτάζ της εποχής, «αντί να παραδώσει τον Φαλτσιάνι η γαλλική αστυνομία στις ελβετικές αρχές , ανέλυσε το περιεχόμενο των ηλεκτρονικών αρχείων που αποδείχθηκε ότι είχε μεγάλο ενδιαφέρον για τη δικαιοσύνη και για το γαλλικό ΣΔΟΕ. 8.000 Γάλλοι καταθέτες στην Ελβετία κλήθηκαν να απολογηθούν και να πληρώσουν πρόστιμα για φοροδιαφυγή».

Στοιχεία-φωτιά στα χέρια του Φαλτσιάνι. «Με είχε απαγάγει η Μοσάντ»

Τα στοιχεία που είχε στην διάθεσή του ο Ερβέ Φαλτσιάνι κάλυπταν μια περίοδο 10 ετών από τον Φεβρουάριο του 1997 έως τον Δεκέμβριο του 2007. Μεταξύ αυτών ήταν 15.000 πελάτες της τράπεζας με λογαριασμούς στην Ελβετία και άλλες 9.000 με λογαριασμούς που είχαν κλείσει.

Σύμφωνα με πληροφορίες, αρχικά ο Φαλτσιάνι προσπάθησε να πουλήσει τα δεδομένα σε τράπεζα του Λιβάνου, όταν είχε ταξιδέψει στην Βυρηττό με το ψευδώνυμο Ρούμπεν Αλ Τσιντιάκ. Το 2010 μιλώντας σε ελβετική εφημερίδα ισχυρίσθηκε ότι τον είχε απαγάγει η Μοσάντ γιατί οι ισραηλινοί εξέταζαν τις σχέσεις της Χεσμπολά με την HSBC.

Τελικά, ο Φαλτσιάνι απέτυχε να πουλήσει τα στοιχεία στην λιβανέζικη τράπεζα και άρχισε τις προσφορές σε μυστικές υπηρεσίες ευρωπαϊκών κρατών. Τον Δεκέμβριο του 2008 οι ελβετικές αρχές άσκησαν διώξεις εναντίον του και τότε εκείνος κατέφυγε στη Νότια Γαλλία. Εκεί ο Φαλτσιάνι ήταν ασφαλής, αφού οι Γάλλοι δεν εκδίδουν ποτέ πολίτες τους σε ξένη χώρα. Όμως ένα μήνα αργότερα , Ελβετός δικαστής ζήτησε από τις γαλλικές αρχές να εκδώσουν ένα ένταλμα με το οποίο θα γινόταν κατ' οίκον έρευνα. Οι Γάλλοι τον συνέλαβαν και άνοιξαν 3.000 υποθέσεις δικών τους φοροφυγάδων. Αυτό δημιούργησε ένταση μεταξύ Ελβετίας και Γαλλίας ενώ και άλλες χώρες άρχισαν να ζητούν τα στοιχεία που αφορούσαν δικούς τους πολίτες.

Τον Μάιο του 2010 το Παρίσι έδωσε στην Μαδρίτη τα στοιχεία 659 Ισπανών πολιτών. Μεταξύ αυτών ήταν και το όνομα του πατέρα του Προέδρου της τράπεζας Santander ο οποίος ήρθε σε διακανονισμό με το ισπανικό δημόσιο και πλήρωσε 200 εκατομμύρια ευρώ για να κλείσει η υπόθεση. Στις 26/10/2010 ο τότε υπουργός Οικονομικών της Ισπανίας δήλωσε ότι χάρη στη λίστα Φαλτσιάνι έγινε η μεγαλύτερη είσπραξη διαφυγόντων φόρων στην ιστορία του ισπανικού κράτους!

Ο Φάκελος Φαλτσιάνι

Η εταιρεία υπόσχεται να βοηθήσει τράπεζες να αλιεύουν νέους και πλούσιους πελάτες, με στοιχεία στηριζόμενα σε δημόσιες βάσεις δεδομένων. Τον Φεβρουάριο του 2008, οι δύο τους βρίσκονται στον Λίβανο και έχουν συνάντηση με αντιπροσώπους πέντε μεγάλων τραπεζών. Ο Φαλτσιάνι εμφανίζεται ως Ruben Al-Chidiack και προσπαθεί να δειγματίσει στοιχεία πλούσιων πελατών. Αργότερα θα ισχυριστεί ότι ενεργούσε για λογαριασμό κάποιας ξένης υπηρεσίας πληροφοριών χωρίς να την κατονομάσει. Η Μίκαελ θα επικαλεστεί άγνοια για τον τρόπο απόκτησης των στοιχείων που επέδειξε ο συνεργάτης της.

Έπειτα από μία εβδομάδα παραμονής στον Λίβανο, επιστρέφουν στη Γενεύη. Και ένα μήνα μετά, εμφανίζονται να στρέφουν αλλού το ενδιαφέρον τους. Στέλνουν ανώνυμα e-mails σε διάφορες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, όπως θα διαπιστώσουν εκ των υστέρων οι Ελβετοί. Ενα e-mail έφτασε στη μυστική υπηρεσία της Γερμανίας και υπογράφεται από τον Ruben Al-Chidiack. Ο αποστολέας υπόσχεται πρόσβαση σε κατάλογο 127.311 ατόμων με «τις λεπτομέρειες όλων των πελατών της HSBC Private Bank SA»! Ο Φαλτσιάνι παραδέχεται ότι προσέγγισε διάφορες ξένες υπηρεσίες στην προσπάθειά του να εκθέσεις τις αδυναμίες στα συστήματα ασφάλειας των τραπεζών. Και ότι βοήθησε την Τζορτζίνα Μίκαελ να έρθει σε επαφή με τη Γερμανία και τη Βρετανία. Οι Βρετανοί απαντούν κατηγορηματικά ότι δεν έλαβαν κανένα σχετικό e-mail, αλλά οι Γερμανοί αρνούνται να προβούν σε οποιοδήποτε σχόλιο. Μεγάλος κερδισμένος είναι η Γαλλία. Ο Φαλτσιάνι, λέει, το 2008 συναντιέται με Γάλλους ανώτερους υπαλλήλους. Ανάμεσά τους και ψυχολόγος, που καλείται να εξετάσει την προσωπικότητά του. Οι Γάλλοι ελέγχουν το παρελθόν του και η αστυνομία τον παραπέμπει στην DNEF, το κορυφαίο σώμα οικονομικών ερευνών. Διαπιστώνουν ότι τα στοιχεία του θα μπορούσαν να τους οδηγήσουν στη ποινική δίωξη πολλών φοροφυγάδων. Αλλά έχουν πολιτικό πρόβλημα: δεν θέλουν να εξαγριώσουν την Ελβετία. Ο από μηχανής θεός των Γάλλων βρισκόταν στη Βηρυτό. Ένα από τα υποκαταστήματα τραπεζών στον Λίβανο, με το οποίο είχαν έρθει σε επαφή στο ταξίδι τους, αποστέλλει μια προειδοποίηση σε σάιτ της Ενωσης Ελβετικών Τραπεζών. «Κάποιος προσπάθησε να πουλήσει στοιχεία πελατών ελβετικών τραπεζών...» γράφει. Η ελβετική αστυνομία φτάνει πολύ γρήγορα στο γραφείο του Φαλσιανί στην HSBC. Του περνάει χειροπέδες. Ερευνά τον υπολογιστή του και το σπίτι του στη Γενεύη. Και κάπου πίσω από κάτι φλιτζάνια βρίσκουν αποκόμματα με τις διευθύνσεις και επαφές με την αστυνομία σε Γαλλία και Γερμανία. Κόλαση! Η ανάκριση του Φαλσιανί πολύωρη, αλλά για καλή του τύχη τούς πείθει να συνεχίσουν την επόμενη ημέρα για επιπλέον ερωτήσεις. Δεν θα τον ξαναδούν. Νοικιάζει ένα αυτοκίνητο και δραπετεύει στη νότια Γαλλία. Αμα τη αφίξει του, αρχίζει να κατεβάζει στον υπολογιστή του αρχεία της HSBC που είχε αποθηκεύσει σε σέρβερ στον οποίο μπορεί να έχει πρόσβαση από μακριά. Ο μεγάλος... θησαυρός Τον Ιανουάριο του 2009, έπειτα από αίτημα του Ελβετού εισαγγελέα, ο Γάλλος συνάδελφός του στη Νίκαια ερευνά το σπίτι των γονιών του στη γαλλική Ριβιέρα. Η αστυνομία κατάσχει ένα έξυπνο τηλέφωνο, ένα σημειωματάριο, ένα λάπτοπ και έναν προσωπικό υπολογιστή. Εκεί είναι ο θησαυρός! Οι Γάλλοι είχαν σκεφτεί: Προτού αποφασίσουμε πώς θα χειριστούμε το θέμα με τους Ελβετούς, θα έπρεπε να εμβαθύνουμε εμείς στην υπόθεση. Αποκαλύπτονται έτσι στοιχεία για 79.000 πελάτες και 20.000 εταιρείες! Η λίστα περιλαμβάνει περισσότερους από 8.000 Γάλλους, περί τους 1.500 Αμερικανούς, άλλους τόσους Βρετανούς. Ο Φρανσουά Μπαρό, που από τον περασμένο Μάρτιο ανέλαβε υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας, είπε ότι τα στοιχεία της HSBC τούς επέτρεψαν να μαζέψουν 1 δισ. ευρώ από φόρους και πρόστιμα! Εμείς, άραγε, πόσα θα μπορούσαμε να μαζέψουμε;

Ερβέ Φαλτσιάνι: Στη φυλακή γιατί αποκάλυψε τους φοροφυγάδες

Ο Ερβέ Φαλτσιάνι , είχε , ύστερα από προσεκτικό σχεδιασμό, πολύ διάβασμα, μεγάλη προσοχή και αρκετό κίνδυνο, το 2006 στην κατοχή του μια από τις πιο πολύτιμες λίστες του κόσμου: την λίστα των πελατών που κατέθεταν χρήματα από άλλες χώρες – ενδεχομένως φοροδιαφεύγοντας - και που εξαιτίας του νομικού συστήματος στην Ελβετία ήταν πλέον ανέφικτο να βρεθούν. Πήρε την λίστα απειλώντας να ξεσκεπάσει ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα φοροδιαφυγής που σημειώθηκε ποτέ. Το 2012, έξι χρόνια μετά, συνελήφθη και κατηγορείται για κλοπή.

Συνελήφθη στο λιμάνι της Βαρκελώνης, στην Ισπανία, την 1η Ιουλίου του 2012 αφού στον έλεγχο διαβατηρίου εμφανίστηκε ότι εκκρεμεί εις βάρος του διεθνές ένταλμα συλλήψεως. Αναμένεται να εκδοθεί και να καταδικαστεί στην Ελβετία για τις κατηγορίες της κλοπής προσωπικών δεδομένων αλλά και την παραβίαση των εμπορικών κανονισμών και των ελβετικών νόμων περί τραπεζικής μυστικότητας. Για να συμβούν όλα αυτά πρέπει όμως η Ισπανία να τον εκδώσει στην Ελβετία. Αυτό δεν είναι μια εύκολη απόφαση.

Ο Φαλτσιάνι ανακάλυψε ένα σκάνδαλο μεγέθους τουλάχιστον 10 δις ευρώ (μόνο σε φόρους). Συνεπώς, από την μια πλευρά τόσο “κοστίζει” η σύλληψή του και η καταδίκη του από όσους θέλουν η επίμαχη λίστα να καταστραφεί. Από την άλλη πλευρά, ο τεχνικός υπολογιστών είναι ήρωας για εκείνους που θέλουν να πατάξουν την φοροδιαφυγή. Τα έξι χρόνια που μεσολάβησαν από την ώρα που πήρε την λίστα με τους φοροφυγάδες στον προσωπικό του υπολογιστή μέχρι και την σύλληψή του, ο Ερβέ Φαλτσιάνι καταδιωκόταν από τους πάντες.

« Υπάρχουν σοβαρές καταγγελίες ότι τον Μάρτιο του 2008- έγραφε ο Πασχάλης Κορωναίος στην Ελευθεροτυπία στο Σεπτέμβρη του 2010- στη Βηρυτό προσπάθησε να πουλήσει την λίστα στην Audi Bank και όχι να «προωθήσει» την εταιρεία του. Αυτό τρομοκράτησε την Ένωση Ελβετών Τραπεζιτών καθώς θα ήταν μια βόμβα στα θεμέλια των νόμων περί μυστικότητας των τραπεζών, μιας νομοθεσίας που χαρακτηρίζει την συγκεκριμένη χώρα. Αφού συνελήφθη, αφέθηκε αμέσως ελεύθερος και εγκαταστάθηκε στο χωριό Καστέλα μεταξύ της γαλλικής και της ιταλικής Ριβιέρας. Έχοντας υπηκοότητα και στις δυο χώρες ήταν ήσυχος ότι όσο και αν επέμενε η ελβετική κυβέρνηση, η Γαλλία και η Ιταλία δεν θα προχωρούσαν ποτέ στην έκδοση ενός πολίτη τους. Τότε, η Ελβετία έκανε το λάθος να ζητήσει από την γαλλική αστυνομία να ερευνήσει το σπίτι του Ερβέ Φαλτσιάνι, να πάρει τον υπολογιστή του και να τους τον στείλει. Η αστυνομία της Νίκαιας, στην Γαλλία, βρήκε τον υπολογιστή και μέσα σε αυτόν 130.000 ονόματα και λογαριασμούς φοροφυγάδων.

Αντί, λοιπόν, να ξεκινήσει έρευνα για τον τεχνικό υπολογιστών, διατάχθηκε να ξεκινήσει για την φοροδιαφυγή. Αυτό προκάλεσε ένα μικρό διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ των δυο χωρών με την κυβέρνηση Σαρκοζί να δηλώνει ότι εάν η Ελβετία συνεχίσει να επιμένει να ζητά τα αρχεία θα την εντάξει στην λίστα με τις χώρες - φορολογικούς παραδείσους. Το Παρίσι το 2010 συμφώνησε εν τέλει να δώσει τα αρχεία στην Ελβετία. Προηγουμένως, όμως, είχε αποστείλει τα δεδομένα αυτά σε όσες χώρες συνεργάζεται στο επίπεδο της πάταξης της φοροδιαφυγής. Έτσι η Γαλλία συλλαμβάνοντας 4.200 ανθρώπους κέρδισε 1,2 δις ευρώ από φόρους που δεν είχαν πληρωθεί. Η Ισπανία αποκόμισε 6 δις ευρώ και η Ιταλία 570 εκατομμύρια.»

Ανάμεσα στα ονόματα τον φοροφυγάδων που αναγκάστηκαν να πληρώσουν ήταν η Λιλιάν Μπέτενκουρτ, βασική μέτοχος της εταιρίας ειδών ομορφιάς, l'Oréal, ο Ζαν - Σαρλ Μακιάνι, στενός συνεργάτης του πρώην Γάλλου υπουργού Εσωτερικών, Σαρλ Πασκουά, ο Εμίλιο Μποτίν, διευθύνων σύμβουλος της Santander Bank, της Ισπανίας και ο Iταλός σχεδιαστής ρούχων, Valentino. H Γερουσία των ΗΠΑ μετά την σύλληψη του Φαλτσιάνι δημοσίευσε μια έρευνα σχετικά με το ξέπλυμα χρήματος της HSBC.Οι εχθροί του “ληστή” εκτός από το ελβετικό Δημόσιο και το ελβετικό τραπεζικό σύστημα, είναι και όλοι οι πελάτες της HSBC, που πιθανώς κάποιοι να είχαν ακόμη και σχέσεις με οργανώσεις τύπου Αλ-Κάιντα ή τα μεξικανικά καρτέλ ναρκωτικών. Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, ένα πράγμα παραμένει αναπάντητο: ποιό ήταν το κίνητρο του Φαλτσιάνι, ο οποίος γνώριζε την αξία μιας τέτοιας λίστας;

Γουόλ Στριτ Τζέρναλ: Μια …θανατερή διένεξη Γαλλίας και Ελβετίας

Ο «περιπετειώδης συνωμότης» ( έκφραση του Νταβίντ Γκοτιέ στο πρωτότυπο κείμενό του στην «Γουόλ Στριτ Τζέρναλ» ) δημιούργησε μια τεράστια αντιδικία για το αν οι ευρωπαικές κυβερνήσεις-αποδέκτες θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουν στοιχεία που αποκτήθηκαν με αμφιβόλου νομιμότητας μέθοδο για να στείλουν στη Δικαιοσύνη τους πιθανούς φοροφυγάδες.

Ο Ερβέ Φαλτσιάνι, ο Μονεγάσκος προγραμματιστής, πρώην υπάλληλος της HSBC βρέθηκε στο κέντρο ενός πραγματικού κυκλώνα. Μιας «θανατερής» διένεξης μεταξύ της Γαλλίας και της Ελβετίας γύρω από απόρρητα τραπεζικά αρχεία. Εκπρόσωποι της HSBC ισχυρίζονται ότι ο υπάλληλος της τράπεζάς τους αντέγραψε ( με κάποιο τρόπο και σε κάποιο υλικό) χιλιάδες απόρρητα αρχεία που «καίνε» με στοιχεία πάμπλουτων πελατών του ελβετικού βραχίονα της ιδιωτικής τράπεζας και οι ελβετικές αρχές άρχισαν να ερευνούν κατά πόσο ο Φαλτσιανί, σήμερα 40 χρονών, γεννημένος στο Μονακό, υπεξαίρεσε αυτά τα αρχεία υποπίπτοντας στο πολύ σοβαρό αδίκημα παραβίασης του αυστηρότερου νόμου που υπάρχει στον κόσμο: Τον ελβετικό νόμο για το τραπεζικό απόρρητο.

Σπουδασμένος χειριστής, εγκαταστάτης και αναλυτής συστημάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών και η συνεργάτης του, Γαλλολιβανέζα Τζορτζίνα Μίκαελ ( ένας σφοδρός έρωτας τους οδήγησε σε συγκατοίκηση, συνεργασία και παράνομη συμβίωση αφού εκείνος είναι παντρεμένος και πατέρας ενός παιδιού) ξεκίνησαν μαζί μια τολμηρή «περιπέτεια» με ισχυρή βάση την «Βάση Δεδομένων» που ο Φαλτσιανί είχε «αποκτήσει», έτσι όπως την απέκτησε, πράγμα για την απόκτηση του οποίου η αγαπημένη του Τζορτζίνα ( σήμερα το ζευγάρι έχει χωρίσει κι εκείνη ζει στο Λίβανο, μέσα στο φόβο του τι μπορεί να της συμβεί αφού, όπως λέει, «ο Ερβέ, όταν θυμώνει, γίνεται ανεξέλεγκτος») ισχυρίζεται ότι δεν είχε ιδέα. Πρώτος τους στόχος, σύμφωνα με άτομα που γνωρίζουν πολύ καλά την πορεία τους : Να διαβούν τα «σύνορα» και να…προσφέρουν τα κλεμμένα, απόρρητα στοιχεία σε κυβερνήσεις, αρχές και άλλες τράπεζες στην Ευρώπη και την Μέση Ανατολή. Και για να το κάνουν αυτό, έστησαν μιαν εικονική επιχείρηση, μια εταιρεία που υπήρχε μόνο στο διαδίκτυο με κύριο εκπρόσωπο τον Φαλτσιάνι με…ψευδώνυμο.

«Δεν είμαι ο Ρομπέν των Δασών, ούτε όμως και μισθοφόρος» , είπε αργότερα ο Φαλτσιάνι που τόνιζε παντού ότι : « Ενήργησα ως υπεύθυνος πολίτης». Είτε έτσι, είτε αλλιώς, το σχέδιό του ταρακούνησε – κι εξακολουθεί να ταρακουνά τον τραπεζικό κόσμο. Τι ήθελε να κάνει;

Στις αρχές του 2007, άρχισε να συμβουλεύεται ειδικούς για το πώς θα μπορούσε να «στήσει» μια εταιρεία μέσω της οποίας – όπως έχουν καταθέσει άνθρωποι τους οποίους είχε πλησιάσει- να πουλά στοιχεία πελατών τραπεζών. Σ αυτές τις συναντήσεις με τους ειδικούς, ο Φαλτσιάνι ισχυριζόταν ότι τα στοιχεία που θα εμπορευόταν, θα προέρχονταν από ανοιχτά, δημόσια αρχεία τα οποία οι ειδικές του ικανότητες θα βοηθούσαν να «αναπτυχθούν» και να πολλαπλασιάσουν τα απόρρητα στοιχεία στα οποία –όπως έλεγε- δεν ήταν δυνατόν να έχει πρόσβαση.

Τότε ήταν που εμφανίστηκε στο «κάδρο» η Μίκαελ, υπάλληλος κι αυτή στην HSBC . Γαλλολιβανέζα με ειδικότητα προγραμματιστού υπολογιστών, είχε πάει ως προσωρινή συνεργάτης στην τράπεζα το 2006 αλλά χωρίς να έχει πρόσβαση σε «ευαίσθητα δεδομένα». Λίγο μετά την άφιξή της, η Τζορτζίνα Μίκαελ και ο ήδη παντρεμένος Φαλτσιάνι ξεκίνησαν μιαν ερωτική σχέση η οποία έχει προ πολλού τελειώσει, σύμφωνα με τους δικηγόρους τους.

Εξυπηρετώντας το σχέδιο του Φαλτσιάνι, «έστησαν» μετά τις οδηγίες των ειδικών που συμβουλεύτηκαν την εικονική, υφιστάμενη μόνο στο διαδίκτυο εταιρεία «Παλόρβα» η οποία είχε το σύνθημα : « Επιχείρηση είναι η τέχνη του να αφαιρείς χρήματα από την τσέπη κάποιου άλλου ανθρώπου χωρίς να καταφεύγεις στη βία». Έφτιαξαν μάλιστα και επαγγελματικά επισκεπτήρια στα οποία εκείνος, με το όνομα Ρούμπεν Αλ Τσίντιακ εμφανιζόταν ως Υπεύθυνος Πωλήσεων κι εκείνη, ως Υπεύθυνη Δημοσίων Σχέσεων και Μάρκετινγκ. Η ιστοσελίδα τους ισχυριζόταν ότι μπορούσε να βοηθήσει τράπεζες να αποκτήσουν νέους λογαριασμούς πλούσιων πελατών τους οποίους θα τους έβρισκαν εκείνοι, «χτενίζοντας» βάσεις δεδομένων ελεύθερης πρόσβασης.

Ο Φαλτσιανί παραδέχεται ότι είχε στην κατοχή του το «υλικό» και επιβεβαιώνει αρχικούς του ισχυρισμούς ότι είχε επικοινωνήσει μόνο με Ευρωπαικές Κυβερνήσεις. Τόσο αυτός όσο και η Μίκαελ αρνούνται ότι είχαν παραβεί το νόμο αφού άλλωστε τα Emails που είχαν σταλεί σε κυβερνήσεις , υπουργεία, αστυνομία και υπηρεσίες δεν ζητούσαν χρήματα και ο Φαλτσιανί δεν έπαψε ποτέ να υποστηρίζει ότι στόχος του δεν ήταν να κερδίσει χρήματα αλλά να εκθέσει τις συνθήκες λειτουργίας των τραπεζών που καθιστούσαν εύκολη την κλοπή απόρρητων στοιχείων. Τα γεγονότα και οι μαρτυρίες δεν τον δικαιώνουν. Αλλά και δεν τον καταδικάζουν κι όλας. ΑΝ είχε παίξει κάποιο παιχνίδι, το είχε παίξει πολύ έξυπνα.

Αντίγραφα των στοιχείων της HSBC έφτασαν πράγματι στα χέρια των Γαλλικών Αρχών του Υπουργείου Οικονομικών και των Υπηρεσιών Φορολογικών Ελέγχων και οι Γάλλοι έχουν πει από την αρχή ότι δεν πλήρωσαν τίποτε για να πάρουν τα αρχεία που περιέχουν χιλιάδες ονόματα και λεπτομέρειες λογαριασμών πελατών από 180 χώρες. Τα βρήκαν και τα κατάσχεσαν όταν έκαναν επιδρομή στο σπίτι του Φαλτσιάνι, στη βόρεια Γαλλία, γύρω στα μέσα του 2008 αλλά σε συνεργασία με τις ελβετικές αρχές που είχαν αρχίσει έρευνες. Οι Γάλλοι έστειλαν αντίγραφα στους Ελβετούς αλλά κράτησαν τα πρωτότυπα για να προχωρήσουν σε έρευνες για ενδεχόμενες φορολογικές παραβάσεις.

Τον Ιούνιο του 2010, οι Υπηρεσίες Φορολογικών Ελέγχων της Ισπανίας ανακοίνωσαν ότι είχαν παραλάβει μερικά από τα τραπεζικά στοιχεία της HSBC από τους Γάλλους και είχαν αρχίσει να τα εξετάζουν. Το ίδιο είχε γίνει ένα μήνα νωρίτερα και στην Ιταλία με στοιχεία και ονόματα 7.000 καταθετών της HSBC με καταθέσεις περίπου 7 εκατομμυρίων δολαρίων.

Το μέγεθος και οι τεράστιες επιπτώσεις της υπόθεσης των απορρήτων τραπεζικών στοιχείων της τράπεζας HSBC δημιουργεί οξύτατους προβληματισμούς στην ύψους 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων ελβετική τραπεζική «βιομηχανία» . Και οι Ελβετικοί νόμοι περί τραπεζικού απορρήτου έχουν θεσπισθεί το 1934, όταν η χώρα ποινικοποίησε την αποκάλυψη τραπεζικών στοιχείων

Ο πρώην επικεφαλής του ελβετικού τραπεζικού κολοσσού UBS Όσβαλντ Γκούρμπελ (αντικαταστάθηκε αιφνιδιαστικά και με μάλλον ταπεινωτική διαδικασία το 2009) είχε δηλώσει το 2010 : «Αν οι κυβερνήσεις μπουν στην διαδικασία αγοράς παράνομων στοιχείων και πληροφοριών, αυτό αλλάζει τον κόσμο»

Σε μιαν άλλη, παρόμοια υπόθεση, το 2010, η Γερμανία αγόρασε κλεμμένα απόρρητα αρχεία ελβετικών τραπεζών από έναν τραπεζικό υπάλληλο. Δεν έγινε ποτέ γνωστή η τράπεζα ( ή οι τράπεζες) απ΄ όπου προέρχονταν τα στοιχεία αλλά το 2008 η Γερμανία είχε αγοράσει άλλη μια λίστα, από άλλον υπάλληλο έναντι 4,2 εκατομμυρίων ευρώ για απόρρητα στοιχεία από μια τράπεζα στο Λιχτενστάιν για να «κυνηγήσει» φορολογικούς παραβάτες.

Ο ''πατέρας'' της λίστας χιλιάδων φοροφυγάδων

Πρόθυμος να βοηθήσει τις ελληνικές αρχές δήλωνε τον Οκτώβριο ο άνθρωπος που αναστάτωσε την Ευρώπη . Ο Φαλτσιανι , ο άνθρωπος που έκλεψε χιλιάδες αρχεία με προσωπικά δεδομένα καταθετών της HSBC από πολλές χώρες του κόσμου, είχε ανακαλύψει το κοινό τους σημείο που ήθελαν να κρατηθεί κρυφό: . Όλοι τους είχαν κρυφές καταθέσεις στην Ελβετία. Τώρα, κρατείται σε μια φυλακή στην Ισπανία και περιμένει να μάθει την…μοίρα του. Θα εκδοθεί στην Ελβετία; Θα του επιβληθεί ποινή στη Γαλλία; .

Από τη φυλακή της Ισπανίας δίνει μια εντυπωσιακή απάντηση όσον αφορά τις λίστες με τα ονόματα: «Είναι σαν οι φορολογικές αρχές να έβρισκαν ένα πτώμα μέσα στο σπίτι. Γνωρίζω ότι οι Ελβετοί έλεγαν ότι δεν έπρεπε να ασχοληθείτε με αυτά τα στοιχεία, έπρεπε να μας τα δώσετε όλα. Ναι, αλλά αν βρούμε ένα πτώμα μέσα στο σπίτι, πρέπει να κάνουμε ότι δεν το είδαμε; ».

Ο Γαλλοϊταλός, ο οποίος συνελήφθη στις 25 Ιουλίου στη Βαρκελώνη, αφού η Ισπανία δεν του είχε προσφέρει ασυλία, δηλώνει πρόθυμος να βοηθήσει τις ελληνικές αρχές με τη λίστα: «Εάν πριν από δύο χρόνια μου ζητούσαν βοήθεια οι ελληνικές αρχές, ευχαρίστως θα την έδινα. Ακόμα και τώρα μπορώ».

Ο Φαλτσιάνι έγινε πρωτοσέλιδο σε πολλά έντυπα σε όλο τον κόσμο το 2010 όταν η τράπεζα HSBC τον κατηγόρησε ότι έκλεψε στοιχεία για 24.000 πελάτες της. Τα στοιχεία που είχε στην διάθεσή του κάλυπταν μια περίοδο 10 ετών από τον Φεβρουάριο του 1997 έως τον Δεκέμβριο του 2007.Μεταξύ αυτών ήταν 15.000 πελάτες της τράπεζας με λογαριασμούς στην Ελβετία και άλλες 9.000 με λογαριασμούς που είχαν κλείσει.

Παράλληλα, εξηγεί πως η λίστα των Ελλήνων καταθετών παραμένει στο γαλλικό υπουργείο Οικονομικών εάν… δεν τη βρίσκουμε στην Ελλάδα: «Στοιχεία για τους Έλληνες καταθέτες διαθέτει και το γαλλικό υπουργείο Οικονομικών. Οπότε, εάν θέλουν οι αρμόδιες ελληνικές εισαγγελικές αρχές, μπορούν να τα ζητήσουν».

Ο Αλογοσκούφης ήταν έτοιμος να πληρώσει για τη λίστα

Ο Γ. Αλογοσκούφης υποσχόταν να αγοράσει CD – έτσι έλεγε η ειδησεογραφία εκείνη την εποχή, όταν η διαδικασία αποθήκευσης μεγάλων αρχείων σε usb, το γνωστά πλέον σε όλους «στικάκια»- με έλληνες φοροφυγάδες στο Λίχτενσταϊν. «Ακόμη και επί πληρωμή», έλεγε, αλλά το θέμα κάπου χάθηκε. Ίσως ήταν ακόμη νωρίς, ίσως κανείς δεν ήταν επαρκώς ενημερωμένος, ίσως το θέμα και η σοβαρότητά του «ξέφευγε» από τις ικανότητες των κυβερνλωντων. Πάντως ακόμα και τότε, η φιλολογία για τα CD με χιλιάδες φοροφυγάδες «έδινε κι έπαιρνε» τότε και η κυβέρνηση υποσχόταν ανελέητο κυνηγητό τους. Η πληροφορία που είχε διαδοθεί ήταν ότι σε άλλες χώρες, όπως στη Γερμανία, είχαν κατ' επανάληψη αγοράσει τέτοια CD το 2008 και υπολόγιζαν ότι είχαν φέρει έσοδα της τάξης των 2 δισ. ευρώ στα δημόσια ταμεία. Μάλιστα τα περισσότερα, 1,5 δισ. ευρώ, δεν προέκυψαν λόγω των δεδομένων στα CD, αλλά από 25.000 πολίτες, που έσπευσαν να ρυθμίσουν υποθέσεις τους, φοβούμενοι την τσιμπίδα της εφορίας. Από το ΣΔΟΕ ισχυρίζονταν – χωρίς γνώση και χωρίς καλή πληροφόρηση- ότι όσα διακινούνταν περί CD με φοροφυγάδες, κινούνταν στη σφαίρα της παραφιλολογίας. Κι όμως, την ίδια εποχή, η μία μετά την άλλη, διάφορες ευρωπαϊκές χώρες προχωρούσαν σε ενδελεχείς ελέγχους στοιχείων που είχαν διαρρεύσει για καταθέσεις private banking πελατών της HSBC στη Γενεύη. Τα στοιχεία κατέληξαν στη Γαλλία, οι αρχές της οποίας υποστηρίζουν ότι αφορούσαν περί τους 79.000 πελάτες και 20.000 εταιρείες από... 180 χώρες. Υπερβολικό; Ίσως ναι, ίσως όχι.

Κανένας από Ελλάδα, μήπως; Με τους Γάλλους άλλωστε είχαν έρθει σε επαφή διάφορες χώρες. Χαρακτηριστικά, από τη Βρετανία τον Μάρτιο ζήτησαν στοιχεία για 1.500 πελάτες, από την Ιταλία τον Μάιο έλαβαν στοιχεία για 7.000 καταθέτες συνολικού ποσού 7 δισ. ευρώ και ξεκίνησαν έρευνες.

Δραβίλλας και Μπίκας «χειρίστηκαν» το θέμα για τον Σαμαρά- Ελάχιστο το «κόστος» για την Ελλάδα.

Η Γαλλία επέστρεψε τα στοιχεία της λίστας τον Ιανουάριο του 2010 στην Ελβετία, αλλά η γαλλική κυβέρνηση διατήρησε ένα αντίγραφο της λίστας και άρχισε να ελέγχει τους φοροφυγάδες. «Τα δεδομένα θα πρέπει να μοιράζονται και με άλλες χώρες στο πλαίσιο της αμοιβαίας συνδρομής» ήταν η σκέψη της τότε υπουργού Οικονομικών Κριστίν Λαγκάρντ και έτσι η κυβέρνηση δεσμεύτηκε να γνωστοποιήσει και στις υπόλοιπες κυβερνήσεις τις λίστες των φοροφυγάδων τους. Με αυτό τον τρόπο, μέσω της ελληνικής ΕΥΠ πέρασε η «λίστα Λαγκάρντ» στα χέρια του Γιώργου Παπακωνσταντίνου.

Ενήμερος για το περιεχόμενο της λίστας Φαλσιανί ήταν εδώ και μήνες ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Αντώνη Σαμαρά. Όπως γράφτηκε στα « Νέα», ο Θόδωρος Δραβίλλας, που τοποθετήθηκε στην κορυφή της ΕΥΠ, ενημερώθηκε λεπτομερώς για το περιεχόμενο του καυτού αρχείου με τα περίπου 2.000 ονόματα Ελλήνων με καταθέσεις πολλών εκατομμυρίων ευρώ σε τράπεζα της Γενεύης, από τον άνθρωπο που έφερε στην Ελλάδα τη σχετική λίστα. Πρόκειται για τον Κωνσταντίνο Μπίκα, πρώην διοικητή της ΕΥΠ, ο οποίος μεσολάβησε για να περιέλθουν στα χέρια της ελληνικής κυβέρνησης τα ονόματα των εκατοντάδων φοροφυγάδων. Λόγω της πρόθεσης της Γαλλίδας υπουργού Οικονομικών, εκείνη την εποχή, Κριστίν Λαγκάρντ να βοηθήσει, η λίστα δόθηκε στις ελληνικές Αρχές με ελάχιστο κόστος. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η λίστα έφτασε στην Κατεχάκη και στη συνέχεια παραδόθηκε το Δεκέμβριο του 2010 στον τότε υπουργό Οικονομικών Γιώργο Παπακωνσταντίνου.Η περιβόητη λίστα αποτελεί υλικό το οποίο είχε υποκλέψει υπάλληλος ελβετικής τράπεζας και στη συνέχεια το αγόρασε η γαλλική κυβέρνηση.

Στο εν λόγω CD περιλαμβάνονταν και ονόματα Ελλήνων πιθανών φοροφυγάδων που είχαν καταθέσεις στην HSBC. Μέσω της διπλωματικής οδού η λίστα έφτασε στην Αθήνα. Ο πρώην υπουργός υποστηρίζει ότι ζήτησε στις αρχές του 2011 έρευνα από τον τότε επικεφαλής του ΣΔΟΕ Γιάννη Καπελέρη, για τους μεγαλύτερους καταθέτες που περιλαμβάνει η λίστα, ενώ τον Ιούνιο του ίδιου έτους παρέδωσε το υλικό στον πρώην εισαγγελέα Ιωάννη Διώτη, που είχε διαδεχθεί τον κ. Καπελέρη στο τιμόνι του ΣΔΟΕ.

Στα χέρια Πεπόνη η λίστα από τις 2 Οκτωβρίου. Και μετά, στη Βουλή.

Στα χέρια του οικονομικού εισαγγελέα Γρηγόρη Πεπόνη βρίσκεται η περιβόητη λίστα με τα ονόματα 1.991 Ελλήνων μεγαλοκαταθετών στην Ελβετία. Μετά το σάλο που προκλήθηκε τα τελευταία 24ωρα με τη χαμένη λίστα, αύτη... βρέθηκε τελικά στα χέρια του προέδρου του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελου Βενιζέλου, ο οποίος την απέστειλε το πρωί στο Μέγαρο Μαξίμου και από εκεί απεστάλη στο ΣΔΟΕ για τα περαιτέρω. Αν και η περιβόητη λίστα Φαλτσιάνι παραδόθηκε στα τέλη του 2010 από την τότε υπουργό Οικονομικών της Γαλλίας Κριστίν Λαγκάρντ στον Έλληνα ομόλογό της Γιώργο Παπακωνσταντίνου, ερωτηματικά προκαλεί, γιατί δεν έγινε καμία έρευνα από το ΣΔΟΕ για τα πρόσωπα που περιλαμβάνει και γιατί μέχρι σήμερα αποσιωπούταν η ύπαρξή της, αν και μόλις πριν από μία εβδομάδα ο οικονομικός εισαγγελέας είχε ζητήσει στοιχεία γι’ αυτήν. Ο κ. Πεπόνης, απέστειλε τελικά τη λίστα στη Βουλή.

Ο Φαλτσιάνι στον ΣΚΑΙ

Πάντως, ο άνθρωπος που έφτιαξε τη λίστα με τους μεγαλοκαταθέτες της Ελλάδας στο εξωτερικό μιλώντας στην εκπομπή Φάκελοι της τηλεόρασης του ΣΚΑΙ, δηλώνει έτοιμος να βοηθήσει την Ελλάδα εάν του ζητηθεί. Όπως τονίζει «η πληροφορία έδωσε τη δυνατότητα στους Γάλλους υπηκόους να πάρουν πίσω εκατομμύρια ευρώ».

Μιλώντας για τις offshore εταιρείες, δήλωσε πως «οι εταιρείες ασπίδες είναι το νομικό όχημα που μεταφέρει χρήματα από μία χώρα σε άλλη και όλες αυτές οι εταιρείες αποτελούν τεράστιο κομμάτι των διεθνών αγορών. Πρέπει να καταλάβουμε ότι είναι ένας ψυχρός πολεμος». Σχετικά με την Ελλάδα, ο κ. Φαλτσιάνι δήλωσε πως «αν συνδέσετε το δημόσιο έλλειμμα με τις ιδιωτικές τράπεζες θα αλλάξετε γνώμη. Σταματώντας αυτό σταματά η αιμορραγία».

Νομικές εξηγήσεις σχετικά με τη λίστα

Μια πρώτη απόφαση εκδόθηκε από τον γαλλικό Άρείο Πάγο (Cour de Cassation) στις 31 Ιανουαρίου 2012. Το δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή του Γενικού Διευθυντή Δημόσιων Οικονομικών σχετικά με αυτή τη λίστα.

Το απόσπασμα της δικαστικής απόφασης που αιτιολογεί την απόρριψη της προσφυγής: " Επειδή όμως, δικαίως, και εφόσον είχε διαπιστώσει ότι τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από τη διοικητική αρχή για τη στήριξη του αιτήματός του είχαν παράνομη προέλευση λόγω του ότι προέρχονταν από κλοπή, ο πρώτος πρόεδρος ακύρωσε τις εξουσιοδοτήσεις που δόθηκαν σχετικά με την αξιοπιστία αυτών των εγγράφων, κρίνοντας ότι δεν είχε σημασία αν η διοικητική αρχή είχε λάβει γνώση αυτού από τη διαβίβαση ενός εισαγγελέα ή νωρίτερα, το επιχείρημα δεν είναι βάσιμο".

Αυτή η απόφαση επιβεβαιώνει δικαστική απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2011 του εφετείου του Παρισιού .

Αυτό που είναι πολύ παράδοξο όσον αφορά το συγκεκριμένο θέμα είναι ότι η προαναφερθείσα δικαστική απόφαση εκδόθηκε την ίδια μέρα με μια άλλη δικαστική απόφαση του γαλλικού Αρείου Πάγου για την υπόθεση BETTENCOURT. Στην εν λόγω απόφαση, ο γαλλικός Άρειος Πάγος θεώρησε ότι "εφόσον οι επίμαχες ηχογραφήσεις (τηλεφωνικές συνομιλίες κλπ) δεν αποτελούν από μόνες τους πράξεις ή έγγραφα πληροφοριών, σύμφωνα με το άρθρο 170 του Ποινικού Δικονομικού Κώδικα, και επομένως, ως τέτοιες, να είναι δυνατόν να ακυρωθούν, αλλά αποδεικτικά μέσα που μπορούν να συζητηθούν κατ΄αντιμωλία των διαδίκων, έτσι και η απομαγνητοφώνηση αυτών των ηχογραφήσεων, που έχει ώς αντικείμενο να δώσει υλική υπόσταση στο περιεχόμενο, δεν μπορεί να προκαλέσει την ακύρωση".

Επομένως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επικυρώνει την καταγραφή προσωπικών δεδομένων ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, ενώ την ίδια στιγμή απορρίπτει την προσφυγή του Γενικού Διευθυντή των Δημόσιων Οικονομικών λέγοντας ότι η δημοσίευση προσωπικών δεδομένων που είναι προϊόν κλοπής δεν μπορεί να αποτελέσει απόδειξη

Η απόφαση επιβεβαιώνεται στη συνέχεια από μια άλλη απόφαση του Αρείου Πάγου στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Το απόσπασμα: "Επειδή η μεταβίβαση από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, κατ΄εφαρμογήν του άρθρου L. 101 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας, κλεμμένων εγγράφων ή διαστρεβλωμένων ή φερόμενων ως τέτοια, δεν μπορεί να νομιμοποιήσει την κατοχή και την αναπαραγωγή τους από τους φορείς της δημόσιας διοίκησης για να στηρίξει μια αίτηση για επισκέψεις και κατ΄ οίκον κατασχέσεις".

Σε μια απόφαση της 7ης Μαϊου 2012, το ανακριτικό τμήμα του Εφετείου του Παρισιού επιλήφθηκε του θέματος μιας πιθανής γενικής παρατυπίας στην υπόθεση της HSBC και επιβεβαίωσε ότι " δεν προκύπτει από κανένα σχετικό κατά τη διαδικασία ότι οι γαλλικές φορολογικές υπηρεσίες μπορεί να είχαν συμμετάσχει άμεσα ή έμμεσα στην αναπαραγωγή κλεμμένων εγγράφων, που θα τα είχαν ζητήσει από τον κ. Φαλτσιάνι...."

Τέλος υπάρχει ο νόμος για την επεξεργασία ηλεκτρονικών δεδομένων, αρχείων και ελευθεριών με τον οποίο ορίζεται ότι τα προσωπικά ηλεκτρονικά δεδομένα δεν μπορουν να δημοσιοποιηθούν ή να χρησιμοποιηθούν χωρίς τη συγκατάθεση του ατόμου στον οποίο αντιστοιχούν και δεν μπορούν να επεξεργαστούν από κανένα άλλο εκτός κι αν υπάρχει νόμιμη εξουσιοδότηση στα πλαίσια ειδικής αποστολής (π.χ άρθρο 3, άρθρο 5: σχετικά με το ποιοί καλύπτονται απ΄το νόμο, κεφάλαιο 5 κλπ).

Ο νόμος αυτός χρησιμοποιήθηκε ως επιχείρημα της υπεράσπισης κατα τη δίκη της 8ης Φεβρουαρίου 2011 στο εφετείο του Παρισιού.

 
        
 
©2004-2019 Created and Powered by EXIS I.T. - Designed by ::ittech.gr::