Αρχική > Απόψεις και Παρεμβάσεις > Παγκόσμια Κλασική Λογοτεχνία- Εμπειρία Εκδοτική

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ

ΧΑΛΙΛ ΓΚΙΜΠΡΑΝ (1883-1931)

Από τα «Προλεγόμενα»

«Είμαι ζωντανός όπως κι εσύ και βρίσκομαι δίπλα σου. Κλείσε τα μάτια σου, κοίτα γύρω σου και θα με δεις μπροστά σου», αναφέρει ένα επίγραμμα στα αραβικά έξω από τον τάφο του Χαλίλ Γκιμπράν, στο Λίβανο , σε έναν σκαμμένο βράχο στην άκρη της πόλης Μπσαρί όπου γεννήθηκε. Εκεί όπου και έχει δημιουργηθεί το “Μουσείο Χαλίλ Γκιμπράν”.

Ο Χαλίλ Γκιμπράν ή «ο άνθρωπος από τον Λίβανο», όπως είναι γνωστός στο παγκόσμιο κοινό, υπήρξε ποιητής, συγγραφέας, φιλόσοφος και ζωγράφος. Γεννήθηκε στις 6 Ιανουαρίου του 1883 στην πόλη Μπσαρί, στο βόρειο τμήμα της Οθωμανικής Συρίας, σημερινού Λιβάνου, σε μια, σχετικά, εύπορη και καλλιεργημένη οικογένεια μαρωνιτών χριστιανών, με αρμενικές προσμείξεις.

Ο νεαρός Γκιμπράν παρουσίασε από μικρός ιδιαίτερη επίδοση στη ζωγραφική και τη συγγραφή. Η – σύμφωνα με πηγές- επιπολαιότητα του πατέρα οδήγησε την οικογένεια σε φτώχεια και έτσι ο νεαρός Γκιμπράν δεν έλαβε επίσημη εκπαίδευση. Η μάθησή του περιορίστηκε στις συχνές του επισκέψεις στον ιερέα ενός χωριού, που τον δίδαξε τα ουσιώδη της θρησκείας και της Βίβλου, μαζί τη Συριακή και την Αραβική γλώσσα. Αναγνωρίζοντας την ερευνητική φύση του νεαρού Γκιμπράν, ο ιερέας άρχισε επίσης να του διδάσκει τα προκαταρκτικά του αλφάβητου και της γλώσσας, ανοίγοντάς του ουσιαστικά τον κόσμο της ιστορίας, της επιστήμης και της λογοτεχνίας.

Το 1895 η μητέρα του μετανάστευσε στις Η.Π.Α. με τα τέσσερα παιδιά της, ενώ ο σύζυγός της έμεινε στον Λίβανο, ανεπιθύμητος από τις Αμερικανικές Αρχές αφού είχε περάσει ένα χρόνο στη φυλακή για χρέη και αντιμέτωπος με τεράστια οικονομικά προβλήματα. Με τον πατέρα στο Λίβανο και την περιουσία του κατασχεμένη, η οικογένεια Γκιμπράν βρέθηκε στη Βοστώνη, άστεγη και έμεινε για λίγο σε γνωστούς και συγγενείς, έως ότου η μητέρα του Γκιμπράν Καμίλα Ραχμέχ , γυναίκα με ισχυρή θέληση, για να θρέψει την οικογένειά της, εργαζόταν ως γυρολόγος στους φτωχούς δρόμους του Σάουθ Εντ .

Από τον «Προφήτη»

Ο Αλμουσταφά, ο διαλεχτός και αγαπημένος, που ήταν φως αυγινό στη δική του μέρα, περίμενε δώδεκα ολόκληρα χρόνια στην πόλη της Ορφαλεζίας για το καράβι που θα γύριζε και θα τον έπαιρνε πίσω στο νησί που γεννήθηκε.

Και στο δωδέκατο χρόνο, την έβδομη μέρα του Γιελούλ, του μήνα του θερισμού, ανέβηκε το λόφο που ήταν έξω από τα τείχη της πόλης και κοίταξε κατά τη θάλασσα• κι ανάμεσα από την αραιή ομίχλη ξεχώρισε το καράβι του που ερχόταν.

Τότε, οι πόρτες της καρδιάς του άνοιξαν μεμιάς, και η χαρά του φτερούγισε μακριά πάνω από τη θάλασσα. Κι εκείνος έκλεισε τα μάτια του και προσευχήθηκε μέσα στη σιωπή της ψυχής του.

Καθώς όμως κατέβαινε το λόφο, κάποια θλίψη άγγιξε την ψυχή του και μια σκέψη γεννήθηκε στην καρδιά του:

Πώς θα μπορέσω να φύγω ήρεμα και χωρίς πόνο; Όχι, δε θα μπορέσω να φύγω από την πόλη αυτή χωρίς μια πληγή στην ψυχή μου.

Πολλές ήταν οι μέρες του πόνου που πέρασα μέσα στα τείχη της, και πολλές οι νύχτες της μοναξιάς μου• και ποιος μπορεί ν’ αποχωριστεί τον πόνο και τη μοναξιά του χωρίς λύπη;

Πάρα πολλά κομμάτια του πνεύματός μου διασκόρπισα σ’ αυτούς τους δρόμους, και πάρα πολλά είναι τα παιδιά της λαχτάρας μου που βαδίζουν γυμνά ανάμεσα σ’ αυτούς τους λόφους, και δεν μπορώ να φύγω μακριά τους χωρίς κάποιο βάρος και κάποιον πόνο.

Σήμερα δεν πετώ από το κορμί μου ένα ρούχο, αλλά σχίζω το δέρμα μου με τα ίδια μου τα χέρια.

 
        
 
©2004-2017 Created and Powered by EXIS I.T. - Designed by ::ittech.gr::