Αρχική > Βιβλία > Παγωνιά ρε παιδί μου...................

Δημητρης Κωνσταντάρας - Συμμετοχή στη Χριστουγεννιάτικη Συλλογή της ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ    "Για που τόβαλες Χριστουγεννιάτικα"

Παγωνιά ρε παιδί μου, σκέτη παγωνιά. Απ΄ αυτές τις παγωνιές που έκπληκτος και …τρομοκρατημένος από το κρύο, τις έχω ζήσει Χριστούγεννα, στα 16-17 μου, στα μεσοδυτικά της Πεννσυλβάνια, της αμερικάνικης πολιτείας που βρίσκεται «κολλητά» στη Νέα Υόρκη, εκεί που τότε πήγαινα σχολείο . Και πολλά χρόνια αργότερα, στον Άγιο Λαυρέντιο, στο εξαιρετικό χωριουδάκι του Πηλίου με τις χίλιες ομορφιές, εκεί όπου πηγαίναμε τη δεκαετία του ’90 με το Μάνο και την Κώστια Κοντολέων για να μαγευτούμε από τη φύση, τις γεύσεις και τις οσμές των γιορτών, κοντά σε πραγματικούς ανθρώπους, μακριά από τους «δήθεν».

Στεκόμουν στην άκρη του πεζοδρομίου, Πανεπιστημίου και Ιπποκράτους γωνία, προπαραμονή στις 2 το μεσημέρι και περίμενα ο βλάκας ταξί σαν τον Πήτερ Ο’ Τουλ, ξέμπαρκο Λόρενς της Αραβίας, στη μέση της Σαχάρας να περιμένει τίποτα καρτερικούς καμηλιέρηδες που αποχωρίστηκαν από το καραβάνι και προχωρούσαν προς το πουθενά όπου ενδεχομένως θα απέφευγαν το θάνατο. Εκατοντάδες τα ταξί που περνούσαν, όλα γεμάτα ανθρώπους και σακούλες και ξεχωριστό πανηγύρι για τους ταξιτζήδες που έβλεπαν καταχαρούμενοι ότι ρεφάριζαν τη χασούρα όλου του χειμώνα.

Με το χέρι σηκωμένο σαν σηματωρός περίμενα και έλπιζα ώσπου ξαφνικά, μια αστραφτερή, καλο- πλυμένη (περίεργο αυτό) Μερσεντές σταμάτησε ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ για να κατεβάσει μια κυρία. Οδηγός, μια ώριμη κυρία. Καλοβαλμένη και νόστιμη μου φάνηκε. Την κοίταξα, χαμογέλασα και της έγνεψα: «Να μπω;». Κατέβασε το παράθυρο. «Περάστε κύριε Κωνσταντάρα, περάστε».

Τα τυχερά της ζωής, τα τυχερά του «επαγγέλματος» και φυσικά μπήκα δίνοντας της ευχές για τις γιορτές και ευχαριστίες που με πήρε, άσχετο αν ήξερα ότι ο δρόμος ήταν γεμάτος σηκωμένα χέρια αλλά εκείνη είχε σταματήσει ακριβώς δίπλα μου. Και φυσικά, δεν θα ήμουν διατεθειμένος να παραχωρήσω την καλή μου τύχη ούτε στη Μαντόνα , ΑΝ περίμενε δίπλα μου, έστω τραγουδώντας με …μαγιό το “Mamma Mia”. Την οποία -προφανώς- θα γνώριζε η οδηγός καλύτερα απ΄ όσο γνώριζε εμένα και φυσικά θα προτιμούσε περισσότερο από εμένα –λογικά- να φιλοξενήσει στο ταξί της.

Αφού λοιπόν ανταλλάξαμε ευχές , ετοιμαζόμουν για να δεχτώ τη γνωστή, αναμενόμενη άλλωστε πρώτη φράση με την οποία συνήθως με υποδέχονται στα ταξί όσοι με γνωρίζουν ή με θυμούνται, διατηρώντας ισχυρή μνήμη, «από κάπου», χωρίς – οι περισσότεροι- να ξέρουν από πού ακριβώς τους φαίνομαι γνωστός αλλά τελικά οι περισσότεροι καταλήγουν στο όχι και τόσο πρωτότυπο «Ρε συ, ο γιός του Λαμπρούκου» Ποια φράση; « Μα πολύ χαίρομαι που σας παίρνω κύριε Δημήτρη μου. Μόλις χτες το βράδυ έβλεπα το μπαμπά σας στην τηλεόραση. Μεγάλη μου τιμή».

Ειλικρινά ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί οι περισσότεροι ταξιτζήδες που με αναγνωρίζουν, αισθάνονται τιμή που με παίρνουν γιατί έβλεπαν «χθες» κάποια ταινία με τον μακαρίτη τον πατέρα μου στην τηλεόραση. Να έπαιρναν εκείνον στο ταξί εντάξει. Αν και τότε δεν θα επρόκειτο για τιμή αλλά για θαύμα. Αλλά εμένα; Γιατί ; Εγώ δεν είμαι ο πατέρας μου. Εγώ είμαι… εγώ. Εκείνος ήταν …εκείνος. Ουδεμία σχέση πλην του DNA. Και της ομοιότητας που πολλοί μας αποδίδουν. Το έχω πάντως συνηθίσει, ιδίως τα τελευταία 2-3 χρόνια που βγαίνει συνεχώς στην τηλεόραση ο γιός μου και οι ταξιτζήδες τον αναγνωρίζουν περισσότερο με αποτέλεσμα το οικογενειακό βάρος να έχει περάσει κυρίως στις δικές του πλάτες. Και το πολύ γνωστό «Ρε συ, ο γιός του Λαμπρούκου», να έχει αρχίσει να γίνεται «ρε σύ, ο μπαμπάς του εγγονού του Λαμπρούκου». Τόσο καλά δηλαδή.

Και αφού θα έλεγα τον προορισμό μου, αμέσως, «κολλητά», θα ερχόταν και η δεύτερη φράση που έχει γίνει περίπου καθεστώς να ακούω : «Και για πέστε μου εσείς που είστε «από μέσα» και ξέρετε τα πράγματα: Τι θα γίνει; Πως τα πάμε;». Αυτή η δεύτερη φράση είναι και η πιο δύσκολη. Διότι από τη μια θα με είχε γνωρίσει ποιος ήμουν και από την άλλη θα θεωρούσε ότι –προφανώς επειδή κάποια στιγμή ασχολήθηκα με την πολιτική- θα ήμουν σε θέση να τα ξέρω όλα, ίσως μάλιστα να της έδινα και κάποια αποκλειστική πληροφορία για τις εκλογές, για τον Τσίπρα, για τον Μητσοτάκη, ίσως και για τον Ντόναλντ Τραμπ. Λογικό. Αφού «είμαι «από μέσα»!

Περίεργο. Δεν συνέβη τίποτε απ΄ τα δυο. Απλώς, η νόστιμη πενηντάρα – τόσο μού φάνηκε- που οδηγούσε την πεντακάθαρη – και αυτόματη παρακαλώ- Μερσεντές, με ρώτησε: «Που πάμε; ». Σχετικά απορημένος αλλά αρκετά ήρεμος και ευτυχής, της έδωσα τον προορισμό μου. Άπλωσα τα πόδια μου στην ευρύχωρη Μερσεντές, έβγαλα από την τσέπη μου το ηλεκτρονικό τσιγάρο - που αφού πρώτα μας έπεισαν να το αγοράσουμε για να αποφύγουμε τις κακές συνέπειες του καπνίσματος, τώρα πάνε να το βγάλουν άχρηστο και επικίνδυνο- και όπως σχεδόν αυτόματα συμβαίνει όταν μπαίνω σε ταξί, το μυαλό μου γύρισε πολλές δεκαετίες πίσω. Στον Γόγορα.

Όπου «Γόγορας» στο παιδικό μου μυαλό της δεκαετίας του ’50, σήμαινε «ταξί». Και ήταν ο Γόγορας που με μια πανάρχαια, τεράστια - αμερικάνικη φυσικά- μαύρη Φορντ, έκανε «πιάτσα» στην πλατεία του Άη Γεράσιμου στα Κουπόνια και παρκαρισμένος δίπλα σ΄ ένα καφενείο, έπαιρνε τηλεφωνικά κλήσεις για τις περισσότερες κούρσες από του Ζωγράφου προς το κέντρο. Τις περισσότερες από τις ελάχιστες βέβαια κούρσες που έπαιρναν τότε ημερησίως οι ταξιτζήδες εκείνης της περιοχής, με τα παλιά αυτοκίνητα και στόχευαν εκείνες τις περιοχές γιατί τις άλλες, τις «καλύτερες» τις μονοπωλούσαν οι άλλοι, με τις κουρσάρες του Αμερικάνικου Ονείρου της δεκαετίας του ΄50. Όλοι τους γνώριζαν τα πάντα γύρω απ΄ τους πελάτες τους μιας και αυτοί που μπορούσαν να πάρουν ταξί ήταν οι ίδιοι και οι ίδιοι, ανεξάρτητα αν έμεναν στου Ζωγράφου ή στο Κολωνάκι. Και το θέμα δεν ήταν απλώς οικονομικό μιας και το ταξί δεν ήταν και τόσο ακριβό. Ήταν και ο δισταγμός και το «κόμπλεξ» των πιο φτωχών να καλέσουν και να μπουν σε ταξί για να μην εισπράξουν την ειρωνεία και την αμφισβήτηση των …παραδιπλανών.

Ήταν η πρώτη μου φορά που έμπαινα σε ταξί εκείνα τα Χριστούγεννα. Δεν ήμουν μόνος μου βέβαια. Με τη γιαγιά μου ήμουνα, τη μάνα της μάνας μου, που έμενε με τον παππού ( τον δεύτερο άντρα της, τον τυφλό βιολιτζή από το Ρωγό της Άνδρου) σε μια παράγκα στου Ζωγράφου όπου εγώ τρελαινόμουνα να πηγαίνω, ακόμα και το χειμώνα, με την υγρασία και το κρύο, γιατί έπαιζα όλη μέρα στους χωμάτινους δρόμους , Ευρυνόμης και Καλλιστράτου. Και μόλις κρύωνα, έμπαινα στην παράγκα και ο τυφλός παππούς άναβε το μαγκάλι κι άρχιζε να μού παίζει βιολί. Κι εκείνη η φρικτή και παγωμένη παράγκα γινόταν για μένα η «Μεγάλη Βρετανία», ιδίως όταν ερχόταν η γιαγιά που «έβαζε τηγάνι» πάνω στο μαγκάλι και μούσπαζε μέσα και δυο αυγά. Απ΄ τις δικές της κοτούλες.

Μπήκαμε στο ταξί από ανάγκη, γιατί η μητέρα μου που αν και φοβόταν το μαγκάλι, είχε υποκύψει στη γκρίνια μου και με είχε πάει δυο-τρεις μέρες νωρίτερα για να κάνω Χριστούγεννα με τον παππού και τη γιαγιά. Η μάνα μου που ζούσε με την αδελφή της την Ελένη, χήρα δικηγόρου που είχε τηλέφωνο στο σπίτι, είχε τηλεφωνήσει στο καφενείο του Τσιτούρα, κάτω στο δρόμο τον κεντρικό και είχε τρέξει το γκαρσονάκι και είχε ειδοποιήσει τη γιαγιά να πάει στο καφενείο γιατί τη ζητούσε η κόρη της. Πήγε κούτσα κούτσα η γιαγιά και γυρνώντας , άρχισε να με ετοιμάζει γιατί θα με πήγαινε στο σπίτι μας στην Αθήνα, αφού η μαμά μου με ήθελε αφού μου είχε ετοιμάσει δέντρο. Αληθινό δέντρο. Με μπάλες και κεράκια που τα άναβες με το σπίρτο αφού ηλεκτρικά λαμπιόνια υπήρχαν αλλά ήταν πανάκριβα. Και βέβαια, θα της πλήρωνε εκείνη το ταξί.

Εγώ δεν ήθελα βέβαια να πάω, έφαγα δυο-τρεις στον ποπό και πήγα. Και μπαίνοντας στο ταξί που οι πόρτες του άνοιγαν ανάποδα απ’ ότι σήμερα, γνώρισα τον Γόγορα. Τον συνώνυμο με το «ταξί». Έναν ομορφάντρα από την Κρήτη, με δυο τεράστιες άσπρες μουστάκες που μόλις με είδε ρώτησε τη γιαγιά: «Ποιος είναι αυτός κυρά Ρώσα;» Και η «κυρά Ρώσα» - η γιαγιά μου που ήταν απ΄τη Ρωσία- του εξήγησε. Και ο Γόγορας άρχισε να μου τραγουδάει μαντινάδες μέχρι που φτάσαμε στο σπίτι, στην Αγαθουπόλεως 31, στάση Λεβίδου, λίγο πριν από την Πλατεία Αγάμων και…..

Και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι αυτά που θυμόμουνα, τα έλεγα κι όλας στην οδηγό του ταξί. Που φαίνεται ότι με άκουγε κι όλας με ενδιαφέρον και χαμογελούσε συνεχώς, επιδοκιμάζοντας και εκφράζοντας έκπληξη για τις αναμνήσεις μου που της υποδείκνυαν : Πρώτον την ηλικία μου – με είχε για αρκετά νεότερο- και δεύτερον, την κάθε άλλο παρά… «αριστοκρατική» καταγωγή και προέλευσή μου, κάτι που την έκανε αμέσως να αισθανθεί πολύ πιο άνετα και πιο οικεία. Ήταν σαν να μην είχε περάσει ούτε μια μικρή στιγμή απ΄ την ώρα που είχα μπει στη φρεσκοπλυμένη Μερσεντές κι όμως είχαμε «φάει» πάνω από είκοσι λεπτά, μέσα στη φοβερή κίνηση της Πανεπιστημίου προς την Ομόνοια και την Τρίτης Σεπτεμβρίου. Χιλιάδες αυτοκίνητα και ταξί και λεωφορεία και τρόλει, όλα ζουπηγμένα μέσα σ΄ένα μεγάλο δρόμο, ανοιχτό για όλους και προς όλες τις κατευθύνσεις. Όλοι στους δρόμους. Όλα τα οχήματα γεμάτα από ανθρώπους με μπουφάν και παλτό, με σακούλες και κουτιά, με δωράκια κι άλλα ψώνια, άλλοι στα πεζοδρόμια και στις διαβάσεις, μια σκέτη τρέλα.

Ό,τι ευρώ είχαν περισσέψει, είχαν ξεμείνει σε πορτοφόλια και συρτάρια, είχαν μετατραπεί σε έκφραση του Πνεύματος των Χριστουγέννων για το ζορισμένο Έλληνα που έχει – δεν έχει λεφτά, κάτι θα ψωνίσει. Για το καλό. Κι εγώ μίλαγα και θυμόμουνα και θυμόμουνα και μίλαγα κι η κυρία αυτή με τη Μερσεντές , η πενηντάρα, με ρώταγε χαμογελαστή γιατί τέτοια κουβέντα με πελάτη δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα έκανε Χριστουγεννιάτικα κι εγώ…. εγώ , στον κόσμο μου, νόμιζα ότι μιλούσα στο Γόγορα κι ότι δίπλα μου καθόταν η γιαγιά μου και με πήγαινε στη μαμά μου που είχε στολίσει αληθινό δέντρο και με περίμενε ν ανάψουμε με σπίρτα τα κεράκια.

«Συγγνώμη, παρασύρθηκα. Τόση ώρα σας μιλάω και μ ακούτε και δεν μου λέτε να σταματήσω; Δεν το είχα καταλάβει .» είπα στην οδηγό. Ξεκαρδίστηκε. «Καλέ τι λέτε; Μη σταματάτε… είναι καταπληκτικά αυτά που μου λέτε… πως σας ήρθε και μου κάνετε αυτή τη διήγηση; Είναι σαν να βλέπω ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση. Και μετά; Τι έγινε με το Γόγορα; Κι όταν φτάσατε στο σπίτι τι έγινε; Το είδατε το δέντρο με τα στολίδια; Καταλάβατε γιατί σας ήθελε οπωσδήποτε η μαμά σας; Ήταν κι ο μπαμπάς σας εκεί; »

Παρασύρθηκα; Ή απλώς μου «βγήκαν» πράγματα που ήθελα , ένας Θεός ξέρει πόσον καιρό, να τα πω και βρήκα ευκαιρία να μιλήσω σε μιαν άγνωστή μου οδηγό ταξί που μού έκανε τη «μεγάλη χάρη» να μη μου μιλήσει για την ταινία με τον πατέρα μου που είχε δει στην τηλεόραση, ούτε να με ρωτήσει να της πω «πως πάμε;», εγώ που είμαι «από μέσα» και γι αυτό « κάτι παραπάνω ξέρω»; Αλλά και γιατί να θέλω να πω σε οποιονδήποτε και ιδίως σε μια εντελώς άγνωστή μου γυναίκα την ιστορία με το Γόγορα και τα μουστάκια του και την παμπάλαια μαύρη Φορντ και τη γιαγιά μου την «Κυρά Ρώσα» και του Ζωγράφου και την πρώτη μετακίνηση της ζωής μου με ταξί;

Όχι. Δεν ήταν ο μπαμπάς μου εκεί. Δεν ερχόταν ποτέ στο σπίτι ο μπαμπάς. Δεν τον θυμόμουνα στο σπίτι το μπαμπά. Μόνο στο θέατρο τον έβλεπα το μπαμπά εκείνα τα χρόνια. Εκεί με πήγαινε η μαμά μου και με άφηνε κι έβλεπα την παράσταση, ξανά και ξανά και εκείνος μού’ παιρνε σοκολάτες και φιστίκια και στο διάστημα μεταξύ απογευματινής και βραδινής παράστασης, βγαίναμε μαζί στην Πανεπιστημίου και καθόμαστε στο λουκουματζίδικο και με κερνούσε λουκουμάδες με μέλι. Πανηγύρι. Μετά από την παράγκα με το μαγκάλι και τον παππού που έπαιζε βιολί και τα τηγανιτά αυγά, αυτό μου άρεσε περισσότερο. Το λουκουματζίδικο στην Πανεπιστημίου με το μπαμπά μου.

Περίεργα πράγματα που συμβαίνουν στον εγκέφαλό μας, στην ψυχή μας σε άσχετες μάλιστα ώρες και με αβέβαιο ακροατή. Κι αν είχαμε περισσότερο χρόνο, θα ήθελα να της πω και την ιστορία με τα ακόντια που είχα αγοράσει στα τέλη της δεκαετίας του ’50 από τον «Κατράντζο» στην Ομόνοια και τα είχα πάει μ εκείνο το σκυλοπνίχτη το «Μοσχάνθη» στον Όρμο Κορθίου, στην Άνδρο γιατί θα περνούσα όλο μου το καλοκαίρι εκεί και θα είχα ατέλειωτες ώρες να προπονηθώ γιατί ήθελα να γίνω καλός ακοντιστής στον Πανελλήνιο. Και μπορεί στην άμμο του Όρμου, έξω από το σπίτι της αγαπημένης μου νονάς να μην μπορούσα να τρέξω καλά με αποτέλεσμα οι βολές που έκανα να είναι οι περισσότερες «τζούφιες», όχι μεγαλύτερες από τριάντα βήματα ( λίγο λιγότερο από 30 μέτρα) έμαθα όμως καλά τον παλμό και τα βήματα και παρά το ότι τα ξύλινα ακόντια έσπασαν , διαλύθηκαν σε δέκα-δεκαπέντε μέρες, όταν γύρισα στη ν Αθήνα και πήγα στην «Ημερίδα Παμπαίδων» που διοργάνωσε ο Πανελλήνιος βγήκα πρώτος με 33 μέτρα.

Ήταν μια πολύ καλή επίδοση για την ηλικία μου και για το γεγονός ότι δεν είχα προπονητή και έριχνα έτσι. Μόνος μου, επειδή μου άρεσε. Πρώτα στο οικοπεδάκι, στην Ιεροσολύμων έριχνα κλαριά που έκοβα από τα δέντρα. Μετά, όταν ήμουνα ήδη 12-13 και με άφηνε η μαμά μου, πήγαινα μόνος μου στον Πανελλήνιο κι ότι μ άφηναν να κάνω, το έκανα. Έβλεπα τους μεγαλύτερους και μετά, πήγαινα εγώ και προσπαθούσα να κάνω αυτά που έβλεπα. Μετά ήρθε η Άνδρος και τα ακόνια. Αλλά έτσι ήρθαν και με βρήκαν από τον Πανελλήνιο και μου πρότειναν να υπογράψω δελτίο αθλητού του συλλόγου και να ενταχθώ στην ομάδα. Και να αποκτήσω προπονητή. Και να ξανακερδίσω στην επόμενη ημερίδα – όταν είχα περάσει στην ανώτερη κατηγορία των «παίδων»- ρίχνοντας 37 μέτρα. Και νάρθει ο συμμαθητής μου ο Ανδρέας ο Καραμάνος, πολύ αργότερα Γενικός Γραμματέας του υπουργείου Παιδείας τότε που ήμουνα βουλευτής και να μου πει ότι «εκεί πίσω, πίσω απ΄ τα δέντρα και το συρματόπλεγμα» με παρακολουθούσε στα κρυφά ο πατέρας μου. Μα … πως το είχε μάθει; Όπως μου είπε αργότερα η Χριστίνα Σύλβα, η «αγαπημένη» του τότε, είχε διαβάσει το όνομά μου στην «Αθλητική Ηχώ» όταν είχα βγει πρώτος, ενδιαφέρθηκε, δεν μου είπε τίποτα, ρώτησε, έμαθε ότι ήμουνα «καλούλης» και ….

Τι χαρά είχα κάνει. Γιατί μέχρι τότε, είχα την εντύπωση ότι ο πατέρας μου, χωρισμένος απ΄ τη μητέρα μου, δεν ενδιαφερόταν καθόλου για μένα και δεν ήξερε –που δεν ήξερε αλλά τέλος πάντων- ούτε σε ποια τάξη πάω. Και να μου πουν ότι με παρακολουθούσε κρυφά να ρίχνω ακόντιο; Είχε έρθει η ώρα του να ενδιαφερθεί. Και ήταν εκεί, στις μαρμάρινες κερκίδες του Παναθηναικού Σταδίου, όταν 15 χρονών, είχα έρθει τρίτος στο ακόντιο και πρώτος στη σφαιροβολία στους Πανελλήνιους Μαθητικούς Αγώνες .

Πόση ώρα μιλούσα; Της το είχα κάνει καζάνι το κεφάλι της κυρίας. Αλλά οι δρόμοι δεν είχαν αδειάσει. Είμασταν πάνω από μισή ώρα στο ταξί. Είχαμε φτάσει στην Πλατεία Βικτωρίας που ήταν κι αυτή πηγμένη από κίνηση, εκεί κοντά στο τραγικό κατάστημα των «Έβερεστ» όπου είχε χάσει τη ζωή της η λογίστρια, στο υπόγειο του καταστήματος, στην τρομερή έκρηξη, στα τέλη Νοεμβρίου φέτος. Εκεί, λίγο πιο πάνω, ήταν το γυμναστήριο του Πανελληνίου. «Και μετά τι έγινε; Άρχισε να ενδιαφέρεται περισσότερο;» ρώτησε η ταξιτζού. Και ξανασυνήλθα. Μα κι αυτά όλα της τα είχα πει;

Ναι. Όλα. Κι αυτή άκουγε με ένα πρωτόγνωρο ενδιαφέρον. Ναι λοιπόν. Τότε ήταν που άρχισε ο πατέρας μου, ήδη επιτυχημένος ηθοποιός να ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο για μένα. Δεν με ήξερε. Δεν τον ήξερα. Είχαμε χάσει τόσα πολλά χρόνια! Εκείνος δεν ήξερε το γιό του κι εγώ δεν ήξερα τον πατέρα μου. Ποιος έφταιγε; Ποιος ξέρει; Μπορεί εκείνος, μπορεί να μητέρα μου, μπορεί εγώ. Λίγο απ΄ όλα και όλα μαζί. Αλλά τότε, αρχίσαμε να γνωριζόμαστε. Και στη συνέχεια, γίναμε και φίλοι και συνεργάτες.

«Πείτε μου, γιατί δεν μείνατε με τον πατέρα σας;» ρώτησε η οδηγός. Τι να της πω; Σάμπως ήξερα κι εγώ; Εγώ το μόνο που ήξερα ήταν η μαμά μου που έτρεχε απ΄ το πρωί ως το βράδυ για να με μεγαλώσει, φυσικά δεν ήταν διατεθειμένη να με δώσει στον πατέρα μου που είχε φύγει από το σπίτι λίγο μετά που γεννήθηκα και είχε φύγει γιατί εκείνη τον είχε διώξει αφού όλος ο κόσμος ήξερε ότι τα είχε «φτιάξει» με μιαν άλλη γυναίκα. Και μετά, με μιαν άλλη. Και με μιαν άλλη. Ούτε που ξέρω με πόσες. Ένας κούκλος ήταν.

Της τα είπα της κυρίας του ταξί. Αφού ρωτούσε; Να μην της τα πω; Εκείνη ρωτούσε, εγώ ένοιωθα την ανάγκη να τα πω, εκείνη ήθελε να τα ακούσει και ποιος ξέρει αν θα τα είχα πει ποτέ αν δεν την είχα συναντήσει. Ενδιαφέρεται κανείς; Εννοώ… ενδιαφέρεται κανείς πραγματικά για τέτοιες ιστορίες χωρίς να έχει «κουτσομπολίστικες» σκέψεις στο μυαλό του, μόνο και μόνο για να μάθει πέντε αλήθειες για δημόσια πρόσωπα που ήξερε;

Ναι λοιπόν. Αυτή η γυναίκα αυτό ήθελε. Και εγώ της τα είπα. Και θα μπορούσα να της είχα πει πολύ περισσότερα. Αλλά συνειδητοποίησα ότι δεν αποκλείεται να με άκουγε από ευγένεια. Και δεν το ήθελα. Της πρότεινα να στρίψει δεξιά, να βγει στην Πατησίων και να μ αφήσει. Κοντά ήμουνα. Θα πήγαινα με τα πόδια. Αρνήθηκε. «Μα τι είναι αυτά που λέτε; Μέσα στο κρύο θα σας αφήσω στο δρόμο να πάτε με τα πόδια; Αφού σας λέω, μ αρέσουν όλα αυτά που μου λέγατε. Ακούστε κάτι: Ποτέ μου δεν έχω κάνει τέτοια κουβέντα στο ταξί. Και τώρα που μπήκατε εσείς, που σας ξέρω και σας παρακολουθώ χρόνια και λάτρευα το μπαμπά σας και μ αρέσει και ο γιός σας και η κόρη μου κολυμπούσε στον Πανελλήνιο με την κόρη σας να σας κατεβάσω;»

«Κοίτα που έπεσα κύριε», είπα. Μα …η κόρη της κολυμπούσε με την κόρη μου; Πριν από 25 χρόνια δηλαδή. Σαράντα χρονών θα ήταν η κόρη της. Κι αυτή; Πόσο την έκανε; Στα είκοσι; Στα 22; Άρα τι πενηντάρα και πράσινα άλογα; Εξηντάρα και βάλε. Και οδηγούσε ταξί.

« Και αφού με γνωρίσατε και με ξέρετε, πως και δεν με ρωτήσατε τι πιστεύω για τον Τσίπρα και για το Μητσοτάκη κι αν θα είμαι υποψήφιος στις εκλογές και πως αισθάνομαι που είχα έναν τέτοιο πατέρα;» τη ρώτησα.

Γέλασε. « Αυτά σας ρωτάει ο κόσμος;»

«Φυσικά. Μόνο αυτά», είπα.

«Και δεν βαρεθήκατε;»

«Φοβερά. Τρομερά. Αφού κάθε φορά που θα μπω σε ταξί ή σε μαγαζί να ψωνίσω κάτι, τρέμω μην τυχόν και με αναγνωρίσουν κι αρχίσει το ίδιο βιολί» κατέληξα.

Η κυρία ταξιτζού, η εξηντάρα, η νόστιμη , καλοδιατηρημένη, ευγενική και έξυπνη που προφανώς – όπως σκέφτηκα αλλά δεν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να τη ρωτήσω- οδηγεί το ταξί από ανάγκη και όχι για διασκέδαση και το πολυτελές, αυτόματο ταξί δεν είναι δικό της, συνέχισε να χαμογελάει.

«Συγχωρείστε με αλλά τι απαντάτε σε τέτοιες ερωτήσεις;» μου είπε, ενώ πλησιάζαμε προς το τέλος της Τρίτης Σεπτεμβρίου.

«Τι να σας πω», απάντησα. « Ευγενικές κουταμάρες λέω. Γιατί δεν ξέρω και σε ποιον θα πέσω.»

«Ε γι αυτό λοιπόν δεν σας ρώτησα» είπε μ ένα πλατύ χαμόγελο.

Αισθάνθηκα την υποχρέωση να την ευχαριστήσω θερμά για την ευγένειά της όχι μόνο να μ ακούσει να θυμάμαι αλλά και για τη διακριτικότητά της να μην «μπεί» σε σοβαρότερες και προσωπικές υποθέσεις.

«Εγώ σας ευχαριστώ για τις τόσο ενδιαφέρουσες ιστορίες που μού είπατε» μου απάντησε και έστριψε το δεξί της χέρι δίνοντάς μου μια κάρτα. «Είναι η κάρτα μου με το κινητό μου τηλέφωνο, αν ποτέ χρειαστείτε ταξί σε …δύσκολες ώρες και μέρες» μου είπε.

Με άφησε στην Αγίου Μελετίου, λίγο πριν από τη γωνία με Πατησίων γιατί ήθελα να πάρω έναν καφέ .

«Θα ήθελα πολύ να κατεβώ απ΄ το ταξί και να σας χαιρετίσω από κοντά και να σας πω πόσο χάρηκα που σας γνώρισα αλλά δυστυχώς μού είναι αρκετά δύσκολο μέσ’ τη μέση της Αγίου Μελετίου. Δεν ξέρω αν προσέξατε αλλά έχω ένα «καλό» πόδι . Οδηγούσα και παλιά, δηλαδή έχω επαγγελματική άδεια. Το αριστερό μου το έχασα απ΄ το γόνατο και κάτω και «φοράω» την ειδική κατασκευή. Γι αυτό και οδηγώ το αυτόματο που μου δίνει ένας ξάδελφός μου για μερικές ώρες γιατί έχω ανάγκες, τώρα που έχασα τον άντρα μου».

Έμεινα παγοκολώνα. Δεν ήξερα τι να πω. Όχι, δεν είχα δει, δεν είχα παρατηρήσει, δεν είχα καταλάβει ότι είχε πρόβλημα η γυναίκα. Παρατήρησα πιο προσεκτικά και είδα ότι το αριστερό της πόδι ήταν ίσιο και άκαμπτο. Παρατήρησα ότι δίπλα στη θέση του συνοδηγού είναι ένα πτυσσόμενο μπαστούνι. Αναρωτήθηκα αν άνθρωποι με ένα πόδι έχουν δικαίωμα να οδηγούν ταξί αλλά δεν επεκτάθηκα. Οι άνθρωποι με ένα πόδι έχουν τις ίδιες -και περισσότερες- ανάγκες με τους άλλους, αρτιμελείς ανθρώπους. Και μια γυναίκα εξήντα τόσων χρονών με ένα πόδι που έχασε τον άντρα της, έχει σήμερα διπλή ανάγκη- και δικαίωμα βεβαίως- να εργαστεί και να κάνει αυτό που ξέρει να κάνει. Και το κάνει και καλά αφού εγώ, σαράντα τόσα λεπτά, σε δύσκολες συνθήκες , μέσα σε πηγμένους δρόμους, δεν κατάλαβα τίποτα αφού όλο αυτό το ξεκίνα-σταμάτα, στρίψε και ξαναστρίψε, πρόσεχε και ξαναπρόσεχε το έκανε πολύ καλά.

Δεν είπα κουβέντα. Πλήρωσα για την «κούρσα» μου, κατέβηκα και πήγα από την άλλη πλευρά, στην πλευρά του οδηγού. Είχε κατεβάσει το τζάμι. Ήταν – ξαφνικά- πολύ πιο όμορφη, πολύ πιο νέα, πολύ πιο συμπαθής από πριν. Είχα γνωρίσει μια πραγματική ηρωίδα της ζωής που ενδεχομένως, λόγω της αναπηρίας της, να αντιμετώπιζε και κάποιο πρόβλημα κάποια στιγμή για την επαγγελματική της άδεια. Και μη γνωρίζοντας αν αυτό που έκανε ήταν παράνομο , δεν μπορούσα ούτε να πω, ούτε να κάνω κάτι. Μπορεί και να είναι απαγορευμένο κάτι τέτοιο στη σύγχρονη Ελλάδα που θεωρεί παράνομο για έναν άνθρωπο με ένα πόδι να οδηγεί ταξί αλλά νόμιμο να είναι πολιτικός ή καθηγητής Πανεπιστημίου ένας ημίτρελος , ένας βλάκας, ένας ρατσιστής, ένας ψυχωσικός. Δεν είμαι νομικός και δεν θέλω να εμπλέκομαι σε ξένα χωράφια.

Της έτεινα το χέρι. Μου έκανε μια θερμή χειραψία, μου χαμογέλασε και έφυγε. Περπάτησα προς το σπίτι, αγόρασα τον καφέ που ήθελα, βγήκα στην Πατησίων, έπεσε επάνω μου - και μού έκανε χάλια το σακάκι- μια κοπέλα με δυο τυλιχτά σουβλάκια που έβγαινε από το σουβλατζίδικο και πήγαινε να καθίσει στα τραπεζάκια και τα ψηλά σκαμπό που έχει βγάλει πάνω στο πεζοδρόμιο το σουβλατζίδικο «κλείνοντας» το μισό πεζοδρόμιο. Το ένα «τυλιχτό» που είχε ανοίξει και με είχε περιχύσει έπεσε κάτω. Την κοιτούσα. Περίμενα ότι θα σκύψει να το μαζέψει. Εκείνη κλώτσησε το σουβλάκι στην άκρη του πεζοδρομίου, μου «έριξε» στα μούτρα μια βρισιά σε άγνωστη για μένα γλώσσα και ξαναμπήκε στο μαγαζί να πάρει ένα άλλο.

Το πεζοδρόμιο ήταν αδιάβατο γιατί κάτω, στην Πατησίων, στο δρόμο όπου εγώ δεν επιτρέπεται να παρκάρω, είχε παρκάρει ένα βανάκι από το οποίο δυο εργάτες έβγαζαν κούτες και πλαστικά δοχεία γεμάτα χρώματα και υλικά και τα άφηναν λίγο πιο έξω από τα τραπεζάκια, πάνω στη λωρίδα για τους τυφλούς και κάποιοι άλλοι, έβγαιναν από ένα κατάστημα και τα έπαιρναν. Εκεί όπου χρόνια ολόκληρα υπήρχε μια εσοχή για κάδο αποριμμάτων, η εσοχή είχε καλυφθεί με τσιμέντο και πλάκες και είχε τοποθετηθεί ένα από τα τραπεζάκια του σουβλατζίδικου και φυσικά, ο κάδος είχε εξαφανιστεί. Λίγο, πιο κάτω, σε μια εσοχή που υπήρχε ακόμα, βρισκόταν ένας μπλε κάδος ( ανακύκλωσης) γεμάτος μέχρι επάνω με σακούλες, κουτιά και περίεργου τύπους με άγκιστρα στα χέρια που έβγαζαν τις σακούλες και τα κουτιά, τις άνοιγαν, έπαιρναν ότι τους ήταν χρήσιμο και τα υπόλοιπα τα άφηναν εκεί.

Δυο φορτηγάκια εταιρειών κούριερ, διπλοπαρκαρισμένα επί της Πατησίων, κοντά στη στάση των τρόλει έκαναν τη δουλειά τους βγάζοντας κουτιά και πακέτα και φακέλους και πηγαίνοντάς τα εκεί που έπρεπε να τα πάνε. Το ένα τρόλει που ήρθε σταμάτησε σχεδόν σωστά στη στάση κι άρχισε να αδειάζει και να γεμίζει ανθρώπους που περίμεναν κι αμέσως μετά, ένα δεύτερο, αρθρωτό που ακολουθούσε, παρέκαμψε τα διπλοπαρκαρισμένα φορτηγάκια όπου οδηγός δεν υπήρχε γιατί μετέφερε τα κουτιά και τους φακέλους και σταμάτησε σε μια περίεργη «στάση» αναμονής, πέντε-δέκα μέτρα από τη στάση. Άνοιξε τις πόρτες. Αυτοί που ήθελαν ν ανέβουν εμποδίζονταν από τα φορτηγάκια και τον κάδο με τους ρακοσυλλέκτες κι αυτοί που ήθελαν να κατέβουν «πηδούσαν» από το πλάι του κάδου και βριζόντουσαν με τους ρακοσυλλέκτες.

Στάθηκα και παρακολουθούσα όλη τη σκηνή.

Η πλήρης καταστροφή, η πλήρης αυθαιρεσία, η πλήρης αδιαφορία.

Βρωμιά και δυσωδία.

Πελάτες έβγαιναν με τα σουβλάκια ανά χείρας και μη βρίσκοντας «στασίδι» τα έτρωγαν μέσ΄ τη μέση του δρόμου.

Τυλιχτά σουβλάκια ή υπολείμματα, πεταγμένα στο πεζοδρόμιο.

Ένας ηλικιωμένος με μπαστούνι φιλοδοξούσε να περάσει απέναντι γιατί το φανάρι ήταν πράσινο αλλά μια χοντρή κυρία με ένα « Yaris» επέμενε να περάσει αυτή, χωρίς να έχει προσέξει ότι το δικό της φανάρι ήταν κίτρινο και διακοπτόμενο.

Αυτοκίνητα να κορνάρουν μανιασμένα γιατί το αρθρωτό τρόλει έκλεινε όλη σχεδόν την Πατησίων.

Κουβάδες με χρώματα επάνω στη λωρίδα των τυφλών και μέσα σ΄ όλα, μια μελαμψή γυναίκα με μαντήλα που κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά και τσούλαγε ένα καρότσι μ ένα άλλο παιδάκι να κάθεται, προσπαθούσε να περάσει μέσα από τον ορυμαγδό και…

Δυο «Ευαγγελιστές» με θρησκευτικά, προπαγανδιστικά φυλλάδια στα χέρια επέμεναν να μοιράσουν στον κόσμο τα φυλλάδια και να τους εξηγήσουν.

Πήγα να μπω στο σπίτι. Τρεις νεαροί με γυαλιστερά, διαφημιστικά φυλλάδια μιας πιτσαρίας και ενός φροντιστηρίου χτυπούσαν με μανία όλα τα κουδούνια μέχρι που κάποιος τους άνοιξε, όρμησαν και οι τρεις μέσα και γέμισαν την είσοδο με δεκάδες γυαλιστερά ( και …γλιστερά) φυλλάδια . Μπήκα. Σ ένα καναπέ που υπήρχε από παλιά στην προπολεμική, «αρχοντική» πολυκατοικία που είχε χτίσει όταν ήρθε από την Πόλη ο παππούς της γυναίκας μου, καθόταν η γνωστή ναρκομανής, ρακένδυτη, παν-βρώμικη κοπέλα που προσπαθούσε να «στρίψει» ένα τσιγάρο περιμένοντας τον ναρκέμπορο να της φέρει τη δόση της. Ποιος ξέρει πως είχε καταφέρει να «γλυστρίσει» μέσα.

Με κοίταξε ικετευτικά στα μάτια: «Σε παρακαλώ, μη με βγάλεις έξω. Θα φύγω μόνη μου. Σε δέκα, δεκαπέντε λεπτά θάρθει και θα βγω γιατί αυτός, δεν μπαίνει μέσα. Άσε με λίγο. Κάνει τόσο κρύο έξω.»

Ξαναβγήκα. Ξανακοίταξα τριγύρω τη γειτονιά που γεννήθηκα, που μεγάλωσα, που παντρεύτηκα….. καμία σχέση. Αυτό το «πράγμα» που έβλεπα, δεν αποκλείεται μέσα στον «σύγχρονο πολιτισμό» του να θεωρεί παράνομη την χήρα ταξιτζού με το ένα πόδι και νόμιμα όλα τα άλλα. Καλά μας Χριστούγεννα.

Αλλά μια ευχή, δεν μπορεί να μας απενοχοποιεί τόσο εύκολα. Κάποιοι ευθύνονται για την κατάντια μας. Κι όσοι ευθύνονται, ας καταδικαστούν να πληρώνουν διακόσια ευρώ το μήνα από το μισθό ή τη σύνταξή τους για ν αγοράσουμε καινούργια όπλα.

Τι δηλαδή; Νομίζετε ότι πιο κάτω από εδώ που είμαστε δεν πάει;

Δημήτρης Κωνσταντάρας

 
        
 
©2004-2017 Created and Powered by EXIS I.T. - Designed by ::ittech.gr::